Δευτέρα, 22 Απριλίου 2019

H τραγική «Υπατία»

του Δημήτρη Βαρβαρήγου







Μια συνέντευξη στον Δημήτρη Φύσσα, με αφορμή τη δέκατη έκδοση του πετυχημένου βιβλίου.
Η «Υπατία» του Δημήτρη Βαρβαρήγου για την αδικοχαμένη Αλεξανδρινή φιλόσοφο στο λυκόφως του αρχαίου κόσμου, έφτασε τη 10η έκδοσή του.


Το μυθιστόρημα «Υπατία» του Δημήτρη Βαρβαρήγου (έκδοση «Ν. Σ. Ματσιούλας»), με επίκεντρο την αδικοχαμένη Αλεξανδρινή φιλόσοφο στο λυκόφως του αρχαίου κόσμου, έφτασε αισίως τη δέκατη έκδοσή του, κάτι όχι και τόσο συνηθισμένο. Με αυτή την αφορμή, συνάντησα τον συγγραφέα και είχαμε την παρακάτω ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Δημήτρη, πώς και καταπιάστηκες με την Υπατία;
Στην Ιστορία συναντάμε αναφορές σε ανθρώπους που η δράση, η ενεργητικότητα και φυσικά ο θάνατός τους έγιναν θρύλοι και σύμβολα. Είναι η μοίρα των πρωτοπόρων, των μεγάλων φυσιογνωμιών να μην τους αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τη στιγμή που ζουν, γιατί οι άλλοι δεν έχουν φτάσει στο βαθμό της δικής τους εξέλιξης. Αισθάνομαι πως οφείλω την εξέλιξη και ελευθερία μου σε κάποιες σημαντικές προσωπικότητες και θεωρώ χρέος μου να ασχοληθώ και να προβάλλω το έργο τους.
Μια τέτοια περίπτωση είναι η Υπατία, φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, κατά τα τέλη του 4ου και τις αρχές του 5ου αιώνα μ.Χ. Ήταν μια γυναίκα που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα, συγκρούστηκε με τον χριστιανικό κλήρο, κατηγορήθηκε ως μάγισσα και θανατώθηκε.
Το μυθιστόρημά μου φωτίζει εκείνη την ιστορική εποχή και μάλιστα δίνει μια άλλη κοινωνική διάσταση των γεγονότων, με επίκεντρο αυτή την αξιόλογη γυναίκα, που πλήρωσε με τη ζωή της τις αρετές του φύλου της, καθώς βρέθηκε στο μεταίχμιο της Ιστορίας, από το λυκόφως του νεοπλατωνισμού στους πρώτους σκοτεινούς αιώνες του νεοχριστιανισμού. Μετά το θάνατο της Υπατίας ακολούθησε η φυγή πολλών λογίων και η αρχή του τέλους της Αλεξάνδρειας ως σημαντικού κέντρου μάθησης. Άρχιζε και στην Ανατολή ο Μεσαίωνας.
Απ' ό,τι ξέρω, είμαι ο πρώτος Νεοέλληνας συγγραφέας που αναφέρθηκε με τρόπο μυθιστορηματικό στην τραγική αυτή προσωπικότητα.


Πώς δούλεψες;
Ένα ολόκληρο χρόνο πήγαινα στην Εθνική Βιβλιοθήκη κι έψαχνα το θέμα . Με πικρία αναφέρω πως οι αναφορές στην Υπατία είναι λιγοστές· σαν κάποιες ενοχές θέλουν να αποκρύψουν αυτή τη τόσο σημαντική πρωτοπόρο γυναίκα και τον άδικο και σκληρό θάνατο της. Οι ουσιαστικές πηγές ήταν ο ιστορικός του 5ου αιώνα Σωκράτης ο σχολαστικός, το λεξικό Σούδα ή Σουίδα και οι συνοπτικές αναφορές σε εγκυκλοπαίδειες. Στη συνέχεια, πέντε χρόνια κράτησε το γράψιμο, ένα χρόνο οι διορθώσεις κι ένα χρόνο η αναμονή μέχρι να εκδοθεί.



Θα έλεγα ότι το μυθιστόρημά σου αντιτίθεται συνολικά στη μισαλλοδοξία και το φονταμενταλισμό.
Έτσι νομίζω κι εγώ. Κάθε μέρα μου έρχονταν στο μυαλό μια λαϊκή παροιμία: «Δώσε στο παιδί μια πίστη για να γίνει άπιστο». Οι θρησκείες είναι σε ανθρώπινα χέρια και ανάλογα με τις πεποιθήσεις και τα «πιστεύω» τους ασκούν εξουσία. Ο δογματισμός σε κάθε του έκφραση είναι αρνητικός, ανεξάρτητα αν λέγεται χριστιανισμός ή μουσουλμανισμός ή ότι άλλο. Σέβομαι την πίστη του καθενός, απλά λυπάμαι όσους πιστεύουν ότι στο όνομα του θεού τους μπορούν να σκοτώνουν τον συνάνθρωπό τους. Ζούμε σε μια κοινωνία αρκετά θρησκόληπτη και συντηρητική. Τα τελευταία χρόνια δείχνει να αλλάζει κάπως η δογματική νοοτροπία γύρω από πολλά ζητήματα, όπως και της θρησκείας, εξαιτίας τού ότι η μόρφωση κερδίζει ολοένα και περισσότερο χώρο από την άγνοια.

Στα έργα σου δείχνεις ιδιαίτερη κλίση στην Ιστορία. Ισχύει για σένα ότι τη γράφουν οι νικητές;
Ασχολούμαι και με το ιστορικό μυθιστόρημα για δύο λόγους: α) Για τις σημαντικές προσωπικότητες που έγραψαν την Ιστορία και β) γιατί δεν πρέπει να απλώνεται το δίχτυ της λήθης στην Ιστορία μας. Την Ιστορία τη γράφουν πράγματι οι νικητές. Αυτοί μιλούν συνέχεια και γι' αυτούς πολλοί μιλούν, για τους ηττημένους ωστόσο κανείς- κι ας γράφεται η Ιστορία από το αίμα τους. Εγώ προσπαθώ να καταθέσω ένα μικρό στοιχείο ζωτικότητας στην Ιστορία, με βάση τη δική μου πνευματική κι αισθητική εκφορά.

Ποια τα μελλοντικά συγγραφικά σου σχέδια;
Αν πιστέψω τα λόγια του Μπουκόφσκι: «Οι συγγραφείς είναι απελπισμένοι άνθρωποι. Και όταν σταματήσουν να είναι απελπισμένοι, παύουν να είναι και συγγραφείς». Έτσι κι εγώ θέλω να είναι απελπισμένος, προκειμένου να μπορώ να γράφω.

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος παραγωγός σε ραδιοφωνική εκπομπή βιβλίου που απευθύνεται κύρια Αυστραλία, μέσα από το διαδικτυακό σταθμό Sympan World Radio.


Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

Ένα Τάγκο για τρελούς


Το φεγγάρι χάνεται στη λάβα 
η χλομή γριά δεν κοιτάζει πια τα τρένα…
έπαψε να περιμένει κάποια επιστροφή
στη νωχελική θλίψη ενός Τάγκο 
είναι τώρα αφημένη η ζωή της
Οι τρελοί που επινόησαν τον έρωτα
έχουν κι αυτοί παλιώσει μαζί με τα έπιπλα τους
εραστές ξεμωραμένοι πνίγονται στην ανία
και φτύνουν βρίζοντας όσους ακόμη μπορούν να αγαπάνε…
στο ροζιασμένο χέρι τρεμουλιάζει η ανάγκη
ένα μπουκάλι αλκοόλ στο άλλο μεθάει τις μνήμες
και μια φωνή απ’ το παρελθόν την κρατάει ζωντανή
έλαβα το τελευταίο σου γράμμα
φεύγω
αυτό το κάνω για την αγάπη σου
θυσιάζω για σένα τ’ όνομα μου
τα θέλω μου
για σένα
η χλομή γριά 
αυτή η τρελή, η διεφθαρμένη 
που δεν έχει δόντια, ούτε σχέδια το μέλλον της
ήσυχη δείχνει να φτύνει τον καπνό γεμάτη πίκρα 
ποδοπάτησε ο καιρός της τα ναι και τα όχι 
που πια δεν την αγγίζουνε
έκανε την απόσταση συνήθεια 
τις σκουριασμένες ράγες κοιτάζοντας
σαπίζει στη συνήθεια
Λιπεσάνορες
τα χρόνια του φιδιού


Γυναίκες... Λιπεσάνορες, όλα γι’ αυτόν γίνανε… τον έρωτα… και πάντα, όσο θα υπάρχουμε θα οδηγεί τους λογισμούς και τις πράξεις μας… κι εγώ η δόλια που τα λέω όλα τούτα… ποτέ δεν τον ένιωσα η ίδια στην ψυχή μου… μόνο τον πόνο των άλλων γυναικών συντρόφευα να τους τον απαλύνω… ζούσα μέσα από αυτές την πίκρα που τους είχε αφήσει… Αυτό που έμαθα από αυτόν καλά είναι ότι: "όπου η αγάπη ανθίζει… ο πόνος ανθίζει"…

Από το μυθιστόρημα, Λιπεσάνορες, οι γυναίκες που λείπουν στους άντρες. 

Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα


Ἂν σοῦ λείψω μιὰ νύχτα μὴν ἀνησυχήσης
ὡς τὸ ἄλλο πρωί, ὡς τὸ ἄλλο βράδυ, ὡς τὴν Κυριακή,
Ἐδῶ κάπου θὰ βρίσκομαι σ᾿ ἕναν ἄρρωστο δίπλα,
μ᾿ ἕνα πικρὸ ραβδὶ θὰ ψάχνω νὰ βρῶ μία πηγή.
πόρτα σὲ πόρτα θὰ γυρνῶ μ᾿ ἕνα ψωμὶ στὴ μασχάλη.
Ἔχε ἀναμμένη τὴ φωτιὰ πάντοτε, γιατὶ πάντοτε
θὰ σοῦ γυρίζω μουσκεμένος- Ἔχω ζεσταμένο
στὰ γόνατά σου ἕνα πουκάμισο κι ἔχε τὸ νοῦ σου
στὴν πόρτα καὶ στὴ δημοσιὰ μὴν ἀκουστῶ, γιατί,
δίχως λειψὸ ἀποφέγγαρο κι ἄστρι, κάθε φορά,
ἀπὸ τὴν ἄκρη θά ῾ρχομαι τὸν κόσμου.
Νικηφόρος Βρεττάκος