Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2019

"Μέσα από Σένα"


Πατήστε επάνω στο Link να ακούσετε την εκπομπή.


Καλεσμένη στην εκπομπή ήταν η συγγραφέας ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ. Την εκπομπή παρουσίασαν: ο συγγραφέας ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ & η ποιήτρια ΝΙΟΒΗ ΙΩΑΝΝΟΥ


Υπεύθυνη προγραμμάτων ΕΛΕΝΑ ΜΑΤΣΟΥΚΑ.
Διευθυντής του σταθμού, ΆΓΓΕΛΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ
Η εκπομπή ακούγεται στα FM στην Αυστραλία και με WEB σε όλο τον κόσμο με μεγάλη ακροαματικότητα. Σήμερα είχαμε μηνύματα από ΑΜΕΡΙΚΗ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ. ΔΑΝΙΑ. ΙΤΑΛΙΑ. ΑΙΓΥΠΤΟ. ΚΥΠΡΟ. ΚΑΝΑΔΑ. ΕΛΛΑΔΑ. ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ.



Ανέκδοτα Διηγήματα Σύγχρονων Ελλήνων Πεζογράφων.

Επιμέλεια: Ελπιδοφόρος Ιντζέμπελης

Δημήτρης Βαρβαρήγος.
Η αγάπη, μπάσταρδε, είναι ανώτερη κι απ’ το καθήκον

Τέσσερις μήνες πάνε που ο David Fletser, ιδιωτικός ντετέκτιβ, είχε αναλάβει την υπόθεση δολοφονίας του δημοσιογράφου των Times, Tomas Mour· και σχεδόν ο φάκελος είχε μπει στο συρτάρι.
Κανένα στοιχείο, κανένα λάθος ή ίχνος από τον ένοχο ή κάποιο άλλο σχετικό γεγονός με την υπόθεση δεν είχε μεσολαβήσει που να δώσει την ευκαιρία στον Fletser να συνεχίσει προς κάποια κατεύθυνση την εξιχνίαση της υπόθεσης.
Ούτε τα καρφιά της νύχτας, ούτε και ο χαφιές της αστυνομίας, ένα σκέτο ρεμάλι που του έδινε πληροφορίες επ’ αμοιβή, είχε μάθει κάτι.

Ο Fletser, αυτό το καλοκαίρι χτύπαγε κάτι αναδουλειές που δεν του είχε ξανασυμβεί τριάντα πέντε χρόνια που είχε το γραφείο, όπως επίσης και η μοναδική υπόθεση που δεν είχε καταφέρει να εξιχνιάσει.
Όμως, ούτε για μια στιγμή, δεν την είχε βγάλει απ’ το μυαλό του. Αντίθετα, είχε πεισμώσει με αυτή την κατάσταση κι όλο ψέλλιζε: «Δεν υπάρχει τέλειο έγκλημα… κάποιο λάθος θα έχει γίνει… που θα μου πάει…»
Ξημέρωνε Κυριακή όταν έφυγε τύφλα στο μεθύσι, από το black duck, το μπαρ που σύχναζαν κάθε λογής τελειωμένοι. Πήγαινε εκεί το τελευταίο διάστημα, κερνούσε κάθε απόβρασμα, κλεφτρόνι, μαστροπό, διακινητή, μήπως το ποτό έλυνε κάποια γλώσσα και μάθαινε κάτι. Εκείνο το βράδυ συνέβη ένα ευχάριστο· όσο κι απρόοπτο γεγονός. Τα ήπιαν για τα καλά κουβεντιάζοντας με τον κρυφό του πόθο, την Loren. Του εξιστόρησε την παιδική της ζωή. Για τους θετούς γονείς της, που η αυστηρότητα της ψεύτικης ηθικής τους έγινε η αιτία να την κάνει για την Αγγλία και να έχει ήσυχο το κεφάλι της.


Μίλησε για τη φιλία, τον έρωτα, την αληθινή αγάπη, την τιμή και την ντομπροσύνη.
Όσο μιλούσε προσπαθούσε διακριτικά με μια χαρτοπετσέτα να σβήσει από τον δείκτη του δεξιού χεριού της μια κηλίδα κόκκινη μπογιά. Τη σάλιωνε και την έτριβε.
-Θ’ αναρωτιέσαι τώρα, πως μια πουτάνα μιλάει για τιμιότητα; Ναι, γιατί εγώ μπορεί να εκδίδομαι, αλλά βγάζω στο φως όποια αλήθεια έχει κρυμμένη η καρδιά μου.
-Η τιμιότητα είναι άσχετη με το επάγγελμα, καλή μου… ξέρω κάτι κουμάσια μπάτσους και πολιτικάντηδες, που είναι χειρότεροι κι απ’ τα τρωκτικά, την διακόπτει και γνέφει στον Άμστερνταμ, να γεμίσει τα ποτήρια τους.
Η γλώσσα της είχε λυθεί. Την άκουγε με ενδιαφέρον δίχως να την διακόπτει, μήπως και κάτι της ξέφευγε για τη δολοφονία.
-Ερωτεύτηκα έναν αλήτη του καλού κόσμου… φτασμένος στην πιάτσα της τίμιας κοινωνίας σας. Ξεφτίλες. Με έκανε να τον αγαπήσω και να του χαρίζω, εκτός από την ψυχή μου, και τα βρώμικα κέρδη μου. Μου έταξε γάμο και τον πίστεψα. Μου έλεγε, θα κάνουμε πολλά παιδιά· και τον ερωτεύτηκα τρελά. Έκανα όνειρα· και ήταν ότι πιο όμορφο είχα ζήσει εκείνη την εποχή. Τρία χρόνια έπαιξε με την ψυχή μου. Με κορόιδευε. Μου έλεγε, πως το καθήκον είναι η αρχή και το τέλος του ανθρώπου· κι ότι είχε πολλά ακόμα καθήκοντα να διευθετήσει, καταλήγοντας, πως σύντομα θα έφτανε η στιγμή που θα με έκανε γυναίκα του. Ψέματα. Πρόστυχα ψέματα. Αλλά βλέπεις, είχα ανάγκη από ένα παραμύθι. Είχα ανάγκη, να με αγαπάει αληθινά, ένας άντρας.


Ο Fletser, ένιωσε να του κάθετε στον λαιμό ένας ογκόλιθος, πολύ θα ήθελε να της εκμυστηρευθεί, πως ήταν σφόδρα ερωτευμένος μαζί της· και θα έκανε τα πάντα γι’ αυτήν. Δεν τόλμησε, άναψε τσιγάρο κι έμεινε να την κοιτάζει και να την ακούει γοητευμένος όσο εκείνη συνέχιζε να μιλάει.
-Του φώναξα: Η αγάπη δεν έχει όρια, όπως και η αχαριστία σου που έχει μεγαλύτερα. Γελούσε ο αδιάντροπος, Εκνευρίστηκα και του χίμηξα, τον τράβηξα από τα μαλλιά φωνάζοντας: «Η αγάπη, μπάσταρδε, είναι ανώτερη κι απ’ το καθήκον.» Μετά από καιρό, ξημερώματα ήταν, τον είδα να βγαίνει απ’ το ξενοδοχείο με μια άλλη γυναίκα -και όπως καταλαβαίνεις, μού γύρισε το μυαλό. Στάθηκα μπροστά του και ούρλιαξα: «Ρε αλήτη, τι νόμιζες, πως με την κόλαση μου θα σου βρόμιζα τον παράδεισο. Fuck you, μπάσταρδε.»
Με δυσκολία ο David Fletser, έφτασε στο γραφείο του. Οι τριάντα έξι βαθμοί Κελσίου του έφερναν δύσπνοια. Άναψε τον ανεμιστήρα της οροφής, χαλάρωσε την πολυφορεμένη γραβάτα που είχε αλλάξει χρώμα από τη γλίτσα· κι έλυσε το παντελόνι να μη του σφίγγει την κοιλιά. Είχε παχύνει επτά κιλά, το τελευταίο διάστημα και δύσκολα του έμπαιναν τα ρούχα.

In Article Ad
Μετά από έναν αναστεναγμό ανακούφισης, άνοιξε το μικρό ψυγείο, πήρε μια παγωμένη μπύρα και στάθηκε μπροστά στο ράφι με τους φακέλους. Τους φυλλομέτρησε με το μυαλό του να τρέχει στην εικόνα της Loren. Τράβηξε έναν. Κάθισε στο γραφείο, τον άνοιξε και αράδιασε επάνω του όλες τις ένορκες καταθέσεις.
Η ζαλάδα της αιθυλικής αλκοόλης δυσχέραινε το διάβασμα κάθε εγγράφου, απ’ όλους όσοι είχαν κληθεί εκείνο το βράδυ, όσο και για διάφορους τυχαίους, πιθανούς υπόπτους, που μάζευε τις επόμενες μέρες η κλούβα από τους δρόμους της νύχτας.
Κατέβαλε προσπάθεια και διάβαζε αργά και με προσοχή. Ταυτόχρονα έπινε και ξεφυσούσε σαν τρένο από σκοτούρα, από φούσκωμα κι από τον ατυχή έρωτα του για τη Loren.
Για ακόμη μια φορά, κανένα στοιχείο δεν επέρριπτε σε κάποιον ενοχή· κι έτσι τίποτα δεν είχε στα χέρια του για να έπιανε μια άκρη που θα ξετύλιγε το κουβάρι του απόλυτου μυστηρίου.

Μετά από λίγο τα μάτια του θάμπωναν τα γράμματα. Το μυαλό του δεν είχε συνοχή, ήταν πλημμυρισμένο με τη φωνή της. Κουρασμένος, δίχως άλλο κουράγιο, έγειρε το κεφάλι του επάνω στην απλωμένη χαρτούρα κι αμέσως αποκοιμήθηκε. Ο βαρύς ύπνος τον βύθισε σε μια ονειρική κατάσταση.
Βρέθηκε στο ίδιο όνειρο που επαναλαμβανόταν κάθε φορά που έψαχνε τη δολοφονία του Tomas Mour.
«Βρισκόταν σε ένα στενό δωμάτιο στην κορυφή ενός βουνού. Η πυκνή ομίχλη αδιαπέραστη, δεν τον άφηνε να δει λεπτομέρειες του περιβάλλοντα χώρου. Ζαλιζόταν, ένιωθε πως το δωμάτιο επέπλεε· όπως μια βάρκα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα. Κοίταξε έξω απ’ το παράθυρο, ένα μικρό φινιστρίνι καραβιού ήταν. Είδε να περνούν πολλοί άνθρωποι από μπροστά του, άντρες γυναίκες· σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. Όλοι οι διάολοι μαζί σε μια επέλαση τρόμου. Είδε και πρόσωπα γνωστά. Τον Άμστερνταμ, έτσι φώναζαν τον Ολλανδό μπάρμαν του black duck. Την σπιτονοικοκυρά του, τη χοντρή εξηνταοκτάχρονη Τουρκάλα, που νοίκιαζε τρεις τρώγλες· κι όλο μαγείρευε τροφές που εσκόρπιζαν βαριές μυρουδιές. Είδε πρόσωπα που σύχναζαν στο μπαρ, εκείνο το συνονθύλευμα από τα μοναχικά άτομα που έψαχναν μέσα απ’ το ποτό να καλοπιάσουν την μοίρα τους. Είδε και τη Loren, την Αμερικάνα -τον ξανθό – μυστικό έρωτα του-, με τα μακριά πόδια, τα μεγάλα άγουρα στήθη και τον σφιχτό κώλο.

Από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε αυτή τη γυναίκα τού άρεσε. Πολλά βράδια έφερνε την οπτασία της στον ύπνο του κι ερωτοτροπούσε μαζί της για ώρες. Στην πραγματικότητα όμως δεν τολμούσε να βρεθεί κοντά της ως εραστής. Πάντα ένιωθε ένα δυνατό σφίξιμο στο στομάχι όταν την πλησίαζε. Ντρεπόταν που ήταν κοντός και χοντρός· κι αυτή ψηλή με κορμί λαμπάδα. Σύχναζαν στο μπαρ κι έπιναν κάποια βράδια που τύχαινε σπάνια να συναντιόνται τυχαία και την κερνούσε δύο και τρία ποτά, Αλεξάντερ, που ήταν το αγαπημένο της.
Λίγο μιλούσαν. Μετρημένες κουβέντες. Ήταν κλειστός τύπος η Loren. Κάτι έδειχνε να την βασανίζει και δεν το εκμυστηρευόταν. Από τα λιγοστά λόγια που είχαν ανταλλάξει, κατάλαβε πως ήταν καλλιεργημένη. Είχε τις βασικές σπουδές της κλασικής παιδείας· κι ας ήταν μια απ’ τις γυναίκες της χαράς των σκοτεινών δρόμων.
Είδε και το ρεμάλι, τον μπάτσο που του πουλούσε πληροφορίες να του μιλάει, μα δεν τον άκουγε. Προσπάθησε να διαβάσει τα χείλια του. Τη μοναδική λέξη που ξεχώρισε ήταν: «Στο σπίτι.»

Ξαφνικά, η πυκνή ομίχλη άρχισε να διαλύεται, το κεφάλι του γέμισε με την μουσική του Μπόμπ Ντύλαν και του Τζιμ Μόρισον. Η δυνατή μουσική που έφτανε από το απέναντι κτίριο τον έκανε να ανοίξει τα μάτια του. Σαστισμένος κοίταξε το ρολόι στον τοίχο, ήταν ήδη 9:30. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Κοιμόταν όλη μέρα και το κεφάλι του ήταν βαρύ σαν πέτρα. Πεινούσε σαν λύκος, όπως πάντα. Ετοιμάστηκε κι έφυγε βιαστικά απ’ το γραφείο. Δυο δρόμους πιο κάτω πήρε ένα βρώμικο -νόστιμο σάντουιτς, με λουκάνικο και μουστάρδα, από τον John the Greek, έναν πλανόδιο ψήστη, που μερικές φορές δεν αρνήθηκε να του δώσει κάποιες πληροφορίες, όταν ρωτήθηκε, προκειμένου να τον πιάσει πελάτη.
Κάθε δαγκωνιά συνοδευόταν κι από ένα ψέλλισμα: «Στο σπίτι. Στο σπίτι.»
Τα βήματα του τον οδήγησαν στο πενταόροφο κτίριο που ήταν το διαμέρισμα του Tomas Mour. Όχι μακριά από το μπαρ που σύχναζε από τότε, μήπως κι έβρισκε κάποιο στοιχείο.
Δεν είχε ξαναπάει άλλη φορά εκεί, εκτός από την ημέρα που ανακαλύφθηκε το πτώμα και η δίωξη είχε ψάξει σπιθαμή προς σπιθαμή όλο το σπίτι. Δεν βρέθηκε κάτι ύποπτο και, μετά την πάροδο μίας βδομάδας, σφραγίστηκε με κάτι κόκκινες πλαστικές κορδέλες.
Ανέβηκε στον τέταρτο όροφο. Έφτασε έξω από την είσοδο. Αφουγκράστηκε τίποτα δεν ακουγόταν, έβγαλε από την τσέπη του ένα σύρμα και με ευέλικτο τρόπο ξεκλείδωσε την κλειδαριά. Πέρασε ανάμεσα από τις κορδέλες με προσοχή, κι έκλεισε πίσω του την πόρτα απαλά. Δεν άναψε φως για να μην κινήσει υποψίες αν κάποιος μυστικός παρακολουθούσε το σπίτι. Με έναν μικρό φακό διάβηκε τα δωμάτια ψάχνοντας εξονυχιστικά κάθε σημείο κι έπιπλο με προσοχή.

Άφησε τελευταίο το δωμάτιο που βρέθηκε το πτώμα. Όταν μπήκε μέσα είδε στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι μια φράση με κόκκινο σπρέι· που δεν υπήρχε την ημέρα του φόνου. Ήταν λόγια που γράφτηκαν εκ των υστέρων.
Η ΑΓΑΠΗ, ΜΠΑΣΤΑΡΔΕ, ΕΙΝΑΙ ΑΝΩΤΕΡΗ ΚΙ ΑΠ’ ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ
Περίεργο πράγμα το κισμέτ. Εκεί που όλα δείχνουν δύσκολα κι έτοιμες είναι οι ψυχές να φάνε χώμα, έρχεται η μοίρα -που κανείς δεν γνωρίζει τι θα φέρει- και μ’ ένα μαγικό τρόπο απλώνει το χέρι της να φωτίζει δρόμους σκοτεινούς κι ανεξιχνίαστους.
Σοκαρισμένος από την απρόσμενη λύση του γρίφου, κάθισε στην πολυθρόνα. Άναψε τσιγάρο κι έμεινε σαν υπνωτισμένος γεμάτος έκπληξη, να κοιτάζει τον τοίχο.
Στιγμές αργότερα, ο απόηχος κάποιων ομιλιών τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ανάβοντας δεύτερο τσιγάρο από το πρώτο, ψέλλισε:
«Loren, αγάπη μου, κανένας νόμος δεν απαγορεύει τα όνειρα… ούτε και είναι τσιφλίκι ορισμένων.»
Ο David Fletser, την επόμενη μέρα μετακόμισε σε άλλη πόλη.

Βιογραφικό
Η ιστορία του ξεκίνησε κάτω από την Ακρόπολη -στο Θησείο- με βαθιά καταγωγή τη Φλωρεντία. Μεγάλωσε κι ένιωσε να τον τραβάει κοντά της η τέχνη του λόγου.
Κι ως είθισται, τα όμορφα πράγματα να συμβαίνουν αθόρυβα, αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, γράφοντας συνολικά 23 βιβλία & 8 θεατρικά έργα.
Η γραφή , για τον ίδιο, είναι στάση ζωής. Τόπος δύναμης και προσωπικής ελευθερίας. Τρόπος του να υπάρχει.
Επίσης είναι Πολιτιστικός εκπρόσωπος της Unesco λόγου, τεχνών κι επιστημών για την Πετρούπολη.
Παραγωγός στο Symban World Radio, Australia, με την εκπομπή, «Μέσα από Σένα»
Έχει συμμετάσχει ως εκπαιδευτής σε εργαστήρια δημιουργικής γραφής στους Δήμους Πετρούπολης, Αμοργού, Πάρου, Αταλάντης, στον Μορφωτικό Όμιλο Πετρούπολης, στους εκδοτικούς οίκους Άγκυρα και Έναστρον.


Παρασκευή, 4 Οκτωβρίου 2019



Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές της ανάγκης που οι λέξεις δε φτάνουν τα νοήματα κι έρμαια αφήνονται στο σκοτάδι αδιαφορώντας αν η αυτοσυγκέντρωση περιορίζεται στην ανάκληση λίγης χαράς από εικόνες που γράφτηκαν στο παρελθόν.

Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που τα κύτταρα προσπαθούν ν’ αχρηστεύσουν το χρόνο και να μαζέψουν στο αδιάφορο παρόν κομμάτια σώματα, ανέμελα μέλη, όπως οι μνήμες που φθίνουν υπερβαίνοντας τα σκοτεινά περάσματα του εαυτού τους και τις απόκρυφες πτυχές της ύπαρξής τους.

Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που μέρα νύχτα τα λόγια λύτρωση γίνονται στις ελλείψεις. Λόγια που σηκώνουν πυρετό στον ατελείωτο πόθο των γήινων ασήμαντων πραγμάτων.

Άκου
Πώς αλλιώς να εκφραστεί η έμπνευση που σαν ξημέρωμα προβάλλει να φωτίσει τα τεράστια μάτια, το απίθανο βλέμμα, την κατάλευκη σάρκα, τα χείλια που η ντροπή και ο θυμός ανασηκώνουν με αναίδεια μιας, τάχα, αχνής αμηχανίας.

Άκου
Οι σκέψεις, μαγεμένες τρεμοπαίζουν στους τοίχους από τη φλόγα ενός φοβισμένου κεριού και οι σκιές ολοκληρώνουν τη νίκη απέναντι στην αρετή της ευφράδειας.

Άκου
Είναι η σιωπή που μεγαλώνει κάθε που βροχή νοτίζει τις εύθραυστες άμυνες κι αποδεσμεύει από το χρόνο την εκρηκτική απόγνωση της μοίρας που δεν μπορεί να χαρίσει τη νίκη αν δεν ψελλίσεις στ’ όνειρο.



SYMPAN WORLD RADIO
AUSTRALIA



"Μέσα από Σένα"


Καλεσμένη στην εκπομπή η συγγραφέας ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ. Την εκπομπή παρουσιάζουν: ο συγγραφέας ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ & η ποιήτρια ΝΙΟΒΗ ΙΩΑΝΝΟΥ


Υπεύθυνη προγραμμάτων ΕΛΕΝΑ ΜΑΤΣΟΥΚΑ.
Διευθυντής του σταθμού, ΆΓΓΕΛΟΣ ΜΑΤΣΟΥΚΑΣ

Η εκπομπή ακούγεται στα FM στην Αυστραλία και με WEB σε όλο τον κόσμο με μεγάλη ακροαματικότητα.

Σήμερα είχαμε μηνύματα από ΑΜΕΡΙΚΗ. ΓΕΡΜΑΝΙΑ. ΔΑΝΙΑ. ΙΤΑΛΙΑ. ΑΙΓΥΠΤΟ. ΚΥΠΡΟ. ΚΑΝΑΔΑ. ΕΛΛΑΔΑ. ΑΡΓΕΝΤΙΝΗ.


Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Carpe diem - Amour fou
Παρουσίαση του βιβλίου στο περιοδικό 
Staxtes 
του Στράτου Φουντούλη



Το Carpe diem είναι ένα βιβλίο φιλοσοφικών στοχασμών που εξιδανικεύει τον αυθεντικό εαυτό, την ουσιαστική ζωή, την αγνή αγάπη και τις πηγαία ανιδιοτελείς συμπεριφορές ως αντικείμενα αυτοελέγχου που ωθούν τον αναγνώστη στο να ανακαλύψει στοιχεία του ίδιου του εαυτού του και θα τον βοηθήσουν να εντρυφήσει σε θέματα αυτογνωσίας.


Στο δεύτερο μέρος της έκδοσης περιλαμβάνεται το Amour fou, έναβιβλίο που εκφράζει το μεγαλείο του έρωτα μέσα απ’ τον έρωτα. Μέσα από μια δύσβατη διαδρομή αυτογνωσίας, αναδύεται η ιερότητα της ψυχής που βιώνει την αγάπη. Σαν ψίθυρος που απλώνεται γλυκά, το βιβλίο αφήνει την αίσθηση πως συμβαίνει σε δυο κόσμους παράλληλους, τον ονειρικό και τον πραγματικό.




Άκου
από την ποιητική συλλογή 
Ευδόκιμοι Χρόνοι


Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές της ανάγκης που οι λέξεις δε φτάνουν τα νοήματα κι έρμαια αφήνονται στο σκοτάδι αδιαφορώντας αν η αυτοσυγκέντρωση περιορίζεται στην ανάκληση λίγης χαράς από εικόνες που γράφτηκαν στο παρελθόν.
Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που τα κύτταρα προσπαθούν ν’ αχρηστεύσουν το χρόνο και να μαζέψουν στο αδιάφορο παρόν κομμάτια σώματα, ανέμελα μέλη, όπως οι μνήμες που φθίνουν υπερβαίνοντας τα σκοτεινά περάσματα του εαυτού τους και τις απόκρυφες πτυχές της ύπαρξης τους.
Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που μέρα νύχτα τα λόγια λύτρωση γίνονται στις ελλείψεις. Λόγια που σηκώνουν πυρετό στον ατελείωτο πόθο των γήινων ασήμαντων πραγμάτων.
Άκου
Πως αλλιώς να εκφραστεί η έμπνευση που σαν ξημέρωμα προβάλλει να φωτίσει τα τεράστια μάτια, το απίθανο βλέμμα, την κατάλευκη σάρκα, τα χείλια που η ντροπή και ο θυμός ανασηκώνουν με αναίδεια, μιας τάχα, αχνής αμηχανίας.
Άκου
Οι σκέψεις, μαγεμένες τρεμοπαίζουν στους τοίχους από τη φλόγα ενός φοβισμένου κεριού και οι σκιές ολοκληρώνουν τη νίκη απέναντι στην αρετή της ευφράδειας. 
Άκου
Είναι η σιωπή που μεγαλώνει κάθε που βροχή νοτίζει τις εύθραυστες άμυνες κι αποδεσμεύει από το χρόνο την εκρηκτική απόγνωση της μοίρας που δεν μπορεί να χαρίσει τη νίκη αν δεν ψελλίσεις λέξεις στα όνειρα.



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019



Μονόλογοι των δρόμων
ένορκες βεβαιώσεις ενώνουν τις πόλεις
υπόνομοι τίγκα στη βρώμα
χαρτιά ανάκατα στο τραπέζι
μισή τσίχλα αφημένη πλάι σε ατάραχες λέξεις
στον κόκκινο μανδύα ένα χάδι περιμένει η ξεχαρβαλωμένη κούκλα
ο παλιατζής πάντα την ίδια ώρα
πάντα τα ίδια λόγια
σίδερα μαζεύω
ταχυδρόμος δεν υπάρχει
ευτυχώς τίποτα δεν προσμένω
τα βιβλία στο ράφι έρημα
ανοιχτή η σακούλα με τις καραμέλες εκχέουν πίκρα
αφόρτιστο το τηλέφωνο
ανυπόφορα χειμερινά δεσμά αγκάλιασαν το μπαλκόνι
η αλόη θέλει πότισμα
άφαντες οι παντόφλες
γλιστράει το βρεγμένο μπάνιο
να προσέχεις
παγωμένη λίμνη η σκέψη
ξυλιάσαμε
κρέμασε στους ώμους το σάλι π’ αγοράσαμε
αυτό που ζέστανε γοφούς και στήθη
μοιραίος ο ερχομός του σκοταδιού
μα είναι νωρίς ακόμη να πάμε για ύπνο
εμβριθές σχέδιο η κανέλα στον αφρό του χτυπημένου με στοργή καφέ
νήδυμη απαρίθμηση ερωτικών ελιγμών οι γουλιές
να πιω;

Δημοσιεύτηκε Yesterday από τον χρήστη Δημήτρης Π. Κρανιώτης

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΕΧΝΗ
δοκίμιο 

Θηρίο ανήμερο ο άνθρωπος, ικανός για τα πιο ακραία ζητήματα, για το καλό και το κακό. Φοβερή ικανότητα στην βία, στον πόλεμο. Αλλά κι επιδέξιος θεατρίνος σαν απτός επίγειος άγγελος, ανοίγει τα φτερά του και πετάει από την επιστήμη στην τέχνη κι από καταστροφή στον αιώνιο έρωτα.
Αίνιγμα η ψυχή και ο κόσμος του υποσυνείδητου. Ανοιχτός στις άγνωστες ορέξεις της πραγματικότητας. Μόνο μέσα απ’ τους ρόλους της τέχνης, θ’ ανακαλύψει τον πραγματικό εαυτό του.
Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι διαφορετικός από αυτόν που παίζει ο ήλιος, να διαλύει σκιές και να φανερώνει πράγματα που αποτελούν την αλήθεια του κόσμου. H τέχνη με απαράμιλλη όρεξη, με ευαισθησία και διαθεσιμότητα χαρίζεται το ίδιο απαίδευτα ως άλλος ιδανικός τρόπος ζωής.


Ο χρόνος φεύγει μόνο για μας. Αυτή, η Τέχνη, γνωρίζει να τον μετράει αλώβητη σαν γνήσιος εαυτός. Και μένει εκεί ψηλά, άθικτη κι ατόφια, να περιμένει ως άλλη ηδονή, πνεύματα ανθρώπινα να την θωπεύσουν.
Η τέχνη ενυπάρχει παντού, διεισδύει σε κάθε μυαλό, πετάει προς κάθε κατεύθυνση, από το κλασικό παρελθόν με μνήμες σκουριασμένες κι από το σύγχρονο παρόν στο ανάριο μέλλον. Ακάθεκτη οδεύει προς την άγνωστη λύση, αν υπάρχει, και ψάχνει να δώσει μορφή, ένα κάποιο ορθό αποτέλεσμα, σε χώρους και χρόνους, που κανείς μας δεν θα μπορέσει βιολογικά τουλάχιστον, να φτάσει.
Πίσω μένει η ιστορία κι αυτήν ψάχνουνε οι επόμενοι, σαν άλλοι κυνικοί, να καταλάβουμε πως η ποιότητα της ιστορίας εξαρτάται από την τέχνη και οι συνθήκες που χτίζεται ένας οργανισμός, απ’ την επίδρασή της πάλι εξαρτάται.


Ας μην ξεχνάμε. Καλή η μνήμη, η ευαισθησία, η συνείδηση. Με την τέχνη ξυπνάει το πνεύμα. Αυτή θα είναι η σύγχρονη επανάσταση. Αδιαφορία για το χρήμα, αγάπη για την τέχνη. Το πιο σημαντικό απ’ όλα ο άνθρωπος είναι. Αυτή η θεία ύπαρξη που φανερώνεται στον ατέρμονα χρόνο σαν κέρινη τρεμάμενη φλόγα, που όσο της μέλλει φέγγει σαν άστρο στην άβυσσο. Ευτυχής όποιος τη τέχνη κλείνει μέσα του και την αφήνει να γίνει ρόλος της ύπαρξής του.
Τέχνη, ασφάλεια και ανασφάλεια μαζί του ευ.
Τη μια στιγμή θαρρείς πως κάτι βρήκες, πως κάπου έφτασες κι από την άλλη ανατρέπεις, ότι με βάσανο κατάφερες ένα αποτέλεσμα.
Τέχνη, η αγάπη του άγνωστου. Ο φόβος της απογοήτευσης. Η απόκτηση αυτοπεποίθησης, Η επίπονη εμπλοκή της επιθυμίας στην περιπέτεια. Σωρός οι επιλογές, περιμένουν καρτερικά να γίνουν καρποί ακμαίοι της έκφρασης μέσα από την ανθρώπινη διάθεση.
Ουρανός και θάλασσα. Ορίζοντας χωρίς αρχαία ηλικία, χωρίς απόσταση αιώνων, απλά σαν συμφιλίωση στο τώρα ανακαλύπτει τοπία, πολιτισμούς και ημίθεους. Πολλές οι εικόνες, μια ευωδιά, σαν έρωτας, με στόμα ανοιχτό καταπίνει όσα η ζωή στο πέρασμα αφήνει.


Τέχνη, του γέλιου και του χορού. Τέχνη της υποκριτικής και των χρωμάτων φύση αληθινή. Τέχνη του λόγου, καρδιά του ποιητή, αστείρευτη αγάπη.
Τέχνη του κόσμου μαγική.
Μονόλογοι των δρόμων
ποίημα
Δημήτρης Βαρβαρήγος



Μονόλογοι των δρόμων
ένορκες βεβαιώσεις ενώνουν τις πόλεις
υπόνομοι τίγκα στη βρώμα
χαρτιά ανάκατα στο τραπέζι
μισή τσίχλα αφημένη πλάι σε ατάραχες λέξεις
στον κόκκινο μανδύα ένα χάδι
περιμένει η ξεχαρβαλωμένη κούκλα
ο παλιατζής πάντα την ίδια ώρα
πάντα τα ίδια λόγια
σίδερα μαζεύω
ταχυδρόμος δεν υπάρχει
ευτυχώς τίποτα δεν προσμένω
τα βιβλία στο ράφι έρημα
ανοιχτή η σακούλα με τις καραμέλες εκχέουν πίκρα
αφόρτιστο το τηλέφωνο
ανυπόφορα χειμερινά δεσμά αγκάλιασαν το μπαλκόνι
η αλόη θέλει πότισμα
άφαντες οι παντόφλες
γλιστράει το βρεγμένο μπάνιο
να προσέχεις
παγωμένη λίμνη η σκέψη
ξυλιάσαμε
κρέμασε στους ώμους το σάλι π’ αγοράσαμε
αυτό που ζέστανε γοφούς και στήθη
μοιραίος ο ερχομός του σκοταδιού
μα είναι νωρίς ακόμη να πάμε για ύπνο
εμβριθές σχέδιο η κανέλα στον αφρό του χτυπημένου με στοργή καφέ
νήδυμη απαρίθμηση ερωτικών ελιγμών οι γουλιές
να πιω;


Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019



Το Χρυσό Καλοκαίρι του Φιλελεύθερου
με την Ελένης Γκίκα, φίλη καλή και οικοδέσποινα... 

Η μικρή Μύρτις 

Γραμμένο από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο 

Η γριά, αυτή η σαλεμένη με τα μακριά λερά και μπερδεμένα μαλλιά, με το εξωπραγματικό διάφανο βλέμμα -που όποιον κοιτάζει νιώθει να τον καίει καυτό σίδερο. Αυτή, που βρωμάει από δύο στάδια μακριά, με τα πολλά ταγάρια περασμένα στους ώμους χιαστί γυρνοβολούσε καθημερινά από ρούγα σε ρούγα να τα γεμίζει με ότι τρώγεται ή ότι θεωρούσε χρειαζούμενο που θα της διευκόλυνε τη ζωή. 
Είναι η γριά που γνωρίζει όλες τις μαγγανείες και τα μαντζούνια. Να λύνει ή να δένει μάγια. Να δένει και να λύνει ανθρώπους. Να ξεγεννάει γυναίκες και ζώα, να γιατροπορεύει, να κηδεύει και να λιτανεύει. 

Το σπιτικό της ήταν στημένο στη νότια πλευρά της Πνύκας, σε μια εσοχή βράχου, μια μικρή τρύπα- καταφύγιο των ονείρων της, το ονόμαζε όταν τη ρωτούσαν που μένει και γελούσε ειρωνικά· καθώς αυτό ήταν σιμά στο βάραθρο, εκεί που ρίχνανε τους καταδικασμένους σε θάνατο. 
Γυρνοβολάει στη γειτονιά του Κεραμικού, τρέχει για όλους και για όλα,. Επάνω σε ένα κομμάτι από κεραμίδι, καίει λιβάνια να ξορκίσει τον θάνατο που σκορπίζουν οι πολιορκίες των Σπαρτιατών καθώς ρημάζουν όλη την ύπαιθρο της Αττικής στραγγαλίζοντας την πόλη μέσα στα μακρά τείχη που προστάτευαν τους γύρω πληθυσμούς απ’ το χαμό. 
Ετούτη η μεγάλη συγκέντρωση πολιτών στο άστυ με πρόχειρα, πνιγηρά παραπήγματα, με την έλλειψη νερού, τροφής και βασικής ιατρικής φροντίδας επέτρεψε στον λοιμό να εξαπλωθεί διαλύοντας την πόλη. Οι νεκροί ρίχνονταν σε ομαδικούς τάφους, ημιθανείς σέρνονταν αβοήθητοι στους δρόμους. Η συμφορά έκανε τους ανθρώπους να χάσουν την πίστη τους. Μέσα στην απόγνωση τους, κατασκήνωναν στα ιερά μέρη, μέχρι που γέμισαν κι αυτά με πτώματα. Μέσα στον πανικό καταργήθηκαν όλα τα έθιμα για τις ταφές. 


Η Γριά Αρετή, λιτάνευε για τον λοιμό που τρία χρόνια τώρα, από το 430 που ξέσπασε αποδεκάτιζε αδιακρίτως τάξης, τους Αθηναίους. 
Εκείνο το καταραμένο καλοκαίρι του 429, από την ημέρα που πέθαναν τα τέκνα του Περικλή -ο Ξάνθιππος κι ο Πάραλος- και μέρες αργότερα και ο ίδιος- πήγαινε κάθε μέρα κάτω από το άγαλμα της Αθηνάς που υψωνόταν στο βράχο πολύ πάνω από την πόλη, στεκόταν μπροστά του κι αναφωνούσε με φλογερή ελπίδα. 
«Αθάνατη δόξα, στην πόλη μας Αθήνα. Αθάνατη και του Περικλή η δόξα στους αιώνες.» 
Πλάι στο χαμόσπιτο της ζούσε μια οικογένεια μέτοικων με τρία παιδιά, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας δούλευε το βαρύ επάγγελμα της εξόρυξης αργίλου στο μεγαλύτερο κεραμοποιείο, λίγο έξω από το λιμάνι Μουνιχία. 
Ήταν οι μόνοι άνθρωποι που δεν την απέφευγαν· και αρκετές φορές την φίλευαν απ’ το υστέρημά τους. Συχνά πυκνά κάποια βράδια, το κορίτσι τους, η Μύρτιδα, την συντρόφευε μαθαίνοντας γιατροσόφια και ακούγοντας ιστορίες για πολέμους και ανδραγαθίες ηρώων. 
«Ούτε το ποτάμι στης Στυγός δεν χωράει τόσα πτώματα», ακούστηκε το μουρμουρητό της, όταν η Μύρτιδα τράβηξε το βαρύ υφασμάτινο παραπέτασμα και βρέθηκε μπροστά της. 
«Καλώς την κόρη μου… έλα μικρό μου κάθισε… κι έχω πολλά να σου πω κι άλλα τόσα να σου δώσω.» 


Η Μύρτιδα στεκόταν ασάλευτη να την κοιτάζει έχοντας γραμμένη στο πρόσωπο της μια χροιά έντονου φόβου. Το μπαλωμένο κουρέλι που κάλυπτε το κορμί της είχε δυο μεγάλους λεκέδες αίμα χαμηλά στο μέρος της κοιλιάς. Με τα χέρια της σταυρωμένα προσπαθούσε να τους κρύψει. 
Η Γριά, πήρε στα χέρια της τον λύχνο κι ανακάθισε φέρνοντας το πρόσωπό της πιο σιμά στο σώμα της μικρής. Η τρεμάμενη φλογίτσα απλώθηκε δειλά στο λιανό κορμάκι. Με εξονυχιστικό ενδιαφέρον την περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω. Το αετίσιο βλέμμα της κατέληξε να χωθεί βαθιά στα χαμηλωμένα μάτια της. 
«Τι μου κρύβει, το μικρό μου και είναι φοβισμένο; Τι βασανίζει το γέλιο σου και σκυθρώπιασες;» τη ρωτάει όσο με το άλλο της χέρι ψάχνει μέσα στο γλιτσιασμένο ταγάρι της. 
«Γιαγιά, Αρετή…» 
«…Την αλήθεια να μου πεις, αν θέλεις να σου δώσω κάτι που θα γλυκάνει τη γλώσσα σου.» 
«Ήμουνα με την φίλη μου την Ελπινίκη στην Πνύκα όταν φέρανε πολλούς σκοτωμένους στρατιώτες, ένας από αυτούς ήταν ο Πολίτης, ο πατέρας της. Όταν τον είδε έπεσε επάνω του ουρλιάζοντας και τον αγκάλιασε. Όταν μετά από λίγο την τραβήξανε, είχε γεμίσει το πρόσωπο της αίματα. Στο δρόμο για το σπίτι τής το έπλυνα σε μια κρήνη και το σκούπισα με τη χλαμύδα μου.» 
Η Γριά, έβγαλε το χέρι της από το ταγάρι κι έδωσε ένα χλωρό μισολιωμένο σύκο στην Μύρτιδα. 
«Έλα μικρό μου, πάρε να γλυκαθείς· κι εγώ θα σου πλύνω το ρούχο από τα αίματα… είσαι καλό κορίτσι, αλλά αυτό να μην το ξανακάνεις… να μην πλησιάζεις τους ανθρώπους να μη σε βρει ο λοιμός και σε χαλάσει.» τσίριξε με αυστηρότητα. 


Δεν είχαν περάσει δυο μέρες και η μητέρα της Μύρτιδας έτρεξε σαν αλλοπαρμένη προς τη γριά όταν την είδε να ξεπροβάλει στο μικρό μονοπάτι μέσα από τον ελαιώνα. 
Την άρπαξε από το μανίκι και τραβώντας τη τής φώναξε με τρόμο κοφτές λέξεις που ταυτόχρονα φανέρωναν και μιαν ανυπόκριτη ευγνωμοσύνη. 
«Η Μύρτιδα, γριά… το κορίτσι μου.» 
Στο έμπα του παραπήγματος ένιωσε το θανατερό αγιάζι της απραξίας να παγώνει την ψυχή της. Στο πλάι στέκονταν τα αδέλφια της, δυο μικρότερα αγόρια. Η γριά, αγριεμένα, πρόσταξε να φύγουν από εκεί για να γλιτώσουν τις ζωές τους. Γονάτισε μπροστά στη μικρή που ήταν ξαπλωμένη κατάχαμα. 
«Μη σκιάζεσαι μικρή μου, θα σε κάμω καλά εγώ… τόσοι γλιτώσανε από τα χέρια μου…» 
Έβγαλε από το ταγάρι της ένα ζωγραφισμένο αγγείο και με περίσσια προσοχή, ψέλνοντας μια προσευχή, έσταξε μερικές γαλαζόχρυσες σταγόνες μέσα στο πήλινο κύπελο, πρόσθεσε λίγο νερό και βόηθησε το κορίτσι ανασηκώνοντας το κεφάλι του να το πιει. 
«Πιες το όλο, είναι λάδι από φύλλα ελιάς και ρίγανης… πάω να φτιάξω κι άλλο γιατρικό να πιεις μερικές μέρες και να γίνεις καλά.» 
Πριν φύγει για την καλύβα της, έσταξε και μερικές σταγόνες στο μέτωπο και τα χείλια της. 
Τρία μερόνυχτα έκανε το ίδιο η γριά. Έμεινε άγρυπνη πάνω απ’ το προσκέφαλο της Μύρτιδας. Ήταν η πρώτη φορά που δεν περνοδιάβηκε τις ρούγες στην πόλη. Και η πρώτη φορά που δεήθηκε στη θεά Αθηνά με πολύ πίστη και σθένος. 
Το τρίτο βράδυ η υγεία της μικρής επιδεινώθηκε. Η Γριά σκέφτηκε πως έπρεπε να ταΐσει καλά την άρρωστη για να δυναμώσει· και δίχως να χάσει καιρό κουβάλησε βιαστικά τα χοντρά μέλη της στην αγορά. 
Πέντε οβολούς πλήρωσε για ένα βάζο μέλι, ένα κομμάτι κρέας, λίγο τυρί κι ένα καρβέλι ψωμί. 
Μαζί με τη μικρή φάγανε και τα δυο μικρά αγόρια, αλλά μόνο αυτά χόρτασαν. Η Μύρτιδα, τις επόμενες ώρες, πνίγηκε στο έμεσμα. 
Ούτε οι φήμες πως οι Σπαρτιάτες πολιορκούν σθεναρά τα μακρά τείχη, δεν απέσπασαν την προσοχή της Γριάς ώστε να κάνει -όπως συνήθιζε- δέηση στη θεά Αθηνά να προστατέψει το λαό και την πόλη από τους εχθρούς. 
Καθόταν σιμά στο προσκέφαλο της μικρής κι όλο της χάιδευε το μέτωπο. Άλλοτε, της έτριβε τα χέρια και τα πόδια να την ανακουφίσει. Όση φροντίδα και αγάπη κι αν της πρόσφερε, η μικρή συνέχισε να ψήνεται στον πυρετό και το πρόσωπο της να γίνεται χάλκινο, όμοιο με το χρώμα του φεγγαριού. Το ήξερε αυτό το θανατερό χρώμα, που μόνο τα αθάνατα νερά της Στυγός θα μπορούσαν να σβήσουν. 


«Να πάω εγώ στον κάτω κόσμο, μικρή μου, να γλιτώσεις, να ζήσεις και να χαρείς τη ζωή όσο δύσκολη κι αν είναι», ψέλλιζε σαν να παρακαλούσε τον Άδη να της αλλάξει τη σειρά. 
Έσπαγε η αμφιλύκη, όταν ένιωσε η γριά ένα τρυφερό άγγιγμά από το απαλό χέρι της κοπέλας. Κάποιες κουβέντες τρέμανε επάνω στα στεγνά χείλια της. Η γριά έσκυψε να ακούσει. 
«Μάνα… είσαι η μάνα μου.» ψέλλισε κι άλλη ανάσα δεν υπήρξε. 
Ο γοερός λυγμός της Γριάς απλώθηκε μαζί με την πρώτη αχτίδα που έπεφτε στο χώμα. 
Η μητέρα της μικρής που κοιμόταν με τα αγόρια έξω απ’ το παράπηγμα τινάχτηκε απότομα σαν κάποιο χέρι να την είχε σπρώξει με δύναμη. 


Ανασηκώθηκε. Αφουγκράστηκε. Ένα απόκοσμο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο της. Αλαφροΐσκιωτη φιγούρα το κορμί της άρχισε να κινείται μπρος πίσω. Η βαριά σιωπή που ακολούθησε, έσπασε ξάφνου από τη σαλεμένη φωνή της. 
«Μύρτις… Μύρτις, μα που χάθηκε πάλι αυτό το κορίτσι; Πάλι στην Πνύκα θα τριγυρνάει να παρακολουθεί κάποια ορκωμοσία νεοσυλλέκτων. Αγόρι έπρεπε να γεννηθεί τόσο πολύ που της αρέσουν τα όπλα και οι οπλίτες. Καλόδεχτο θεά μου, Ήρα βασίλισσα του ουρανού, το δώρο σου να νιώσω μάνα, μα με τούτο το ατίθασο πλάσμα, όλο σε μπελάδες με βάζει και δεν βρίσκω ησυχία μαζί του.