Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2019

Carpe diem - Amour fou
Παρουσίαση του βιβλίου στο περιοδικό 
Staxtes 
του Στράτου Φουντούλη



Το Carpe diem είναι ένα βιβλίο φιλοσοφικών στοχασμών που εξιδανικεύει τον αυθεντικό εαυτό, την ουσιαστική ζωή, την αγνή αγάπη και τις πηγαία ανιδιοτελείς συμπεριφορές ως αντικείμενα αυτοελέγχου που ωθούν τον αναγνώστη στο να ανακαλύψει στοιχεία του ίδιου του εαυτού του και θα τον βοηθήσουν να εντρυφήσει σε θέματα αυτογνωσίας.


Στο δεύτερο μέρος της έκδοσης περιλαμβάνεται το Amour fou, έναβιβλίο που εκφράζει το μεγαλείο του έρωτα μέσα απ’ τον έρωτα. Μέσα από μια δύσβατη διαδρομή αυτογνωσίας, αναδύεται η ιερότητα της ψυχής που βιώνει την αγάπη. Σαν ψίθυρος που απλώνεται γλυκά, το βιβλίο αφήνει την αίσθηση πως συμβαίνει σε δυο κόσμους παράλληλους, τον ονειρικό και τον πραγματικό.




Άκου
από την ποιητική συλλογή 
Ευδόκιμοι Χρόνοι


Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές της ανάγκης που οι λέξεις δε φτάνουν τα νοήματα κι έρμαια αφήνονται στο σκοτάδι αδιαφορώντας αν η αυτοσυγκέντρωση περιορίζεται στην ανάκληση λίγης χαράς από εικόνες που γράφτηκαν στο παρελθόν.
Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που τα κύτταρα προσπαθούν ν’ αχρηστεύσουν το χρόνο και να μαζέψουν στο αδιάφορο παρόν κομμάτια σώματα, ανέμελα μέλη, όπως οι μνήμες που φθίνουν υπερβαίνοντας τα σκοτεινά περάσματα του εαυτού τους και τις απόκρυφες πτυχές της ύπαρξης τους.
Άκου
Είναι εκείνες οι στιγμές που μέρα νύχτα τα λόγια λύτρωση γίνονται στις ελλείψεις. Λόγια που σηκώνουν πυρετό στον ατελείωτο πόθο των γήινων ασήμαντων πραγμάτων.
Άκου
Πως αλλιώς να εκφραστεί η έμπνευση που σαν ξημέρωμα προβάλλει να φωτίσει τα τεράστια μάτια, το απίθανο βλέμμα, την κατάλευκη σάρκα, τα χείλια που η ντροπή και ο θυμός ανασηκώνουν με αναίδεια, μιας τάχα, αχνής αμηχανίας.
Άκου
Οι σκέψεις, μαγεμένες τρεμοπαίζουν στους τοίχους από τη φλόγα ενός φοβισμένου κεριού και οι σκιές ολοκληρώνουν τη νίκη απέναντι στην αρετή της ευφράδειας. 
Άκου
Είναι η σιωπή που μεγαλώνει κάθε που βροχή νοτίζει τις εύθραυστες άμυνες κι αποδεσμεύει από το χρόνο την εκρηκτική απόγνωση της μοίρας που δεν μπορεί να χαρίσει τη νίκη αν δεν ψελλίσεις λέξεις στα όνειρα.



Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019



Μονόλογοι των δρόμων
ένορκες βεβαιώσεις ενώνουν τις πόλεις
υπόνομοι τίγκα στη βρώμα
χαρτιά ανάκατα στο τραπέζι
μισή τσίχλα αφημένη πλάι σε ατάραχες λέξεις
στον κόκκινο μανδύα ένα χάδι περιμένει η ξεχαρβαλωμένη κούκλα
ο παλιατζής πάντα την ίδια ώρα
πάντα τα ίδια λόγια
σίδερα μαζεύω
ταχυδρόμος δεν υπάρχει
ευτυχώς τίποτα δεν προσμένω
τα βιβλία στο ράφι έρημα
ανοιχτή η σακούλα με τις καραμέλες εκχέουν πίκρα
αφόρτιστο το τηλέφωνο
ανυπόφορα χειμερινά δεσμά αγκάλιασαν το μπαλκόνι
η αλόη θέλει πότισμα
άφαντες οι παντόφλες
γλιστράει το βρεγμένο μπάνιο
να προσέχεις
παγωμένη λίμνη η σκέψη
ξυλιάσαμε
κρέμασε στους ώμους το σάλι π’ αγοράσαμε
αυτό που ζέστανε γοφούς και στήθη
μοιραίος ο ερχομός του σκοταδιού
μα είναι νωρίς ακόμη να πάμε για ύπνο
εμβριθές σχέδιο η κανέλα στον αφρό του χτυπημένου με στοργή καφέ
νήδυμη απαρίθμηση ερωτικών ελιγμών οι γουλιές
να πιω;

Δημοσιεύτηκε Yesterday από τον χρήστη Δημήτρης Π. Κρανιώτης

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΕΧΝΗ
δοκίμιο 

Θηρίο ανήμερο ο άνθρωπος, ικανός για τα πιο ακραία ζητήματα, για το καλό και το κακό. Φοβερή ικανότητα στην βία, στον πόλεμο. Αλλά κι επιδέξιος θεατρίνος σαν απτός επίγειος άγγελος, ανοίγει τα φτερά του και πετάει από την επιστήμη στην τέχνη κι από καταστροφή στον αιώνιο έρωτα.
Αίνιγμα η ψυχή και ο κόσμος του υποσυνείδητου. Ανοιχτός στις άγνωστες ορέξεις της πραγματικότητας. Μόνο μέσα απ’ τους ρόλους της τέχνης, θ’ ανακαλύψει τον πραγματικό εαυτό του.
Ο ρόλος της τέχνης δεν είναι διαφορετικός από αυτόν που παίζει ο ήλιος, να διαλύει σκιές και να φανερώνει πράγματα που αποτελούν την αλήθεια του κόσμου. H τέχνη με απαράμιλλη όρεξη, με ευαισθησία και διαθεσιμότητα χαρίζεται το ίδιο απαίδευτα ως άλλος ιδανικός τρόπος ζωής.


Ο χρόνος φεύγει μόνο για μας. Αυτή, η Τέχνη, γνωρίζει να τον μετράει αλώβητη σαν γνήσιος εαυτός. Και μένει εκεί ψηλά, άθικτη κι ατόφια, να περιμένει ως άλλη ηδονή, πνεύματα ανθρώπινα να την θωπεύσουν.
Η τέχνη ενυπάρχει παντού, διεισδύει σε κάθε μυαλό, πετάει προς κάθε κατεύθυνση, από το κλασικό παρελθόν με μνήμες σκουριασμένες κι από το σύγχρονο παρόν στο ανάριο μέλλον. Ακάθεκτη οδεύει προς την άγνωστη λύση, αν υπάρχει, και ψάχνει να δώσει μορφή, ένα κάποιο ορθό αποτέλεσμα, σε χώρους και χρόνους, που κανείς μας δεν θα μπορέσει βιολογικά τουλάχιστον, να φτάσει.
Πίσω μένει η ιστορία κι αυτήν ψάχνουνε οι επόμενοι, σαν άλλοι κυνικοί, να καταλάβουμε πως η ποιότητα της ιστορίας εξαρτάται από την τέχνη και οι συνθήκες που χτίζεται ένας οργανισμός, απ’ την επίδρασή της πάλι εξαρτάται.


Ας μην ξεχνάμε. Καλή η μνήμη, η ευαισθησία, η συνείδηση. Με την τέχνη ξυπνάει το πνεύμα. Αυτή θα είναι η σύγχρονη επανάσταση. Αδιαφορία για το χρήμα, αγάπη για την τέχνη. Το πιο σημαντικό απ’ όλα ο άνθρωπος είναι. Αυτή η θεία ύπαρξη που φανερώνεται στον ατέρμονα χρόνο σαν κέρινη τρεμάμενη φλόγα, που όσο της μέλλει φέγγει σαν άστρο στην άβυσσο. Ευτυχής όποιος τη τέχνη κλείνει μέσα του και την αφήνει να γίνει ρόλος της ύπαρξής του.
Τέχνη, ασφάλεια και ανασφάλεια μαζί του ευ.
Τη μια στιγμή θαρρείς πως κάτι βρήκες, πως κάπου έφτασες κι από την άλλη ανατρέπεις, ότι με βάσανο κατάφερες ένα αποτέλεσμα.
Τέχνη, η αγάπη του άγνωστου. Ο φόβος της απογοήτευσης. Η απόκτηση αυτοπεποίθησης, Η επίπονη εμπλοκή της επιθυμίας στην περιπέτεια. Σωρός οι επιλογές, περιμένουν καρτερικά να γίνουν καρποί ακμαίοι της έκφρασης μέσα από την ανθρώπινη διάθεση.
Ουρανός και θάλασσα. Ορίζοντας χωρίς αρχαία ηλικία, χωρίς απόσταση αιώνων, απλά σαν συμφιλίωση στο τώρα ανακαλύπτει τοπία, πολιτισμούς και ημίθεους. Πολλές οι εικόνες, μια ευωδιά, σαν έρωτας, με στόμα ανοιχτό καταπίνει όσα η ζωή στο πέρασμα αφήνει.


Τέχνη, του γέλιου και του χορού. Τέχνη της υποκριτικής και των χρωμάτων φύση αληθινή. Τέχνη του λόγου, καρδιά του ποιητή, αστείρευτη αγάπη.
Τέχνη του κόσμου μαγική.
Μονόλογοι των δρόμων
ποίημα
Δημήτρης Βαρβαρήγος



Μονόλογοι των δρόμων
ένορκες βεβαιώσεις ενώνουν τις πόλεις
υπόνομοι τίγκα στη βρώμα
χαρτιά ανάκατα στο τραπέζι
μισή τσίχλα αφημένη πλάι σε ατάραχες λέξεις
στον κόκκινο μανδύα ένα χάδι
περιμένει η ξεχαρβαλωμένη κούκλα
ο παλιατζής πάντα την ίδια ώρα
πάντα τα ίδια λόγια
σίδερα μαζεύω
ταχυδρόμος δεν υπάρχει
ευτυχώς τίποτα δεν προσμένω
τα βιβλία στο ράφι έρημα
ανοιχτή η σακούλα με τις καραμέλες εκχέουν πίκρα
αφόρτιστο το τηλέφωνο
ανυπόφορα χειμερινά δεσμά αγκάλιασαν το μπαλκόνι
η αλόη θέλει πότισμα
άφαντες οι παντόφλες
γλιστράει το βρεγμένο μπάνιο
να προσέχεις
παγωμένη λίμνη η σκέψη
ξυλιάσαμε
κρέμασε στους ώμους το σάλι π’ αγοράσαμε
αυτό που ζέστανε γοφούς και στήθη
μοιραίος ο ερχομός του σκοταδιού
μα είναι νωρίς ακόμη να πάμε για ύπνο
εμβριθές σχέδιο η κανέλα στον αφρό του χτυπημένου με στοργή καφέ
νήδυμη απαρίθμηση ερωτικών ελιγμών οι γουλιές
να πιω;


Παρασκευή, 6 Σεπτεμβρίου 2019



Το Χρυσό Καλοκαίρι του Φιλελεύθερου
με την Ελένης Γκίκα, φίλη καλή και οικοδέσποινα... 

Η μικρή Μύρτις 

Γραμμένο από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο 

Η γριά, αυτή η σαλεμένη με τα μακριά λερά και μπερδεμένα μαλλιά, με το εξωπραγματικό διάφανο βλέμμα -που όποιον κοιτάζει νιώθει να τον καίει καυτό σίδερο. Αυτή, που βρωμάει από δύο στάδια μακριά, με τα πολλά ταγάρια περασμένα στους ώμους χιαστί γυρνοβολούσε καθημερινά από ρούγα σε ρούγα να τα γεμίζει με ότι τρώγεται ή ότι θεωρούσε χρειαζούμενο που θα της διευκόλυνε τη ζωή. 
Είναι η γριά που γνωρίζει όλες τις μαγγανείες και τα μαντζούνια. Να λύνει ή να δένει μάγια. Να δένει και να λύνει ανθρώπους. Να ξεγεννάει γυναίκες και ζώα, να γιατροπορεύει, να κηδεύει και να λιτανεύει. 

Το σπιτικό της ήταν στημένο στη νότια πλευρά της Πνύκας, σε μια εσοχή βράχου, μια μικρή τρύπα- καταφύγιο των ονείρων της, το ονόμαζε όταν τη ρωτούσαν που μένει και γελούσε ειρωνικά· καθώς αυτό ήταν σιμά στο βάραθρο, εκεί που ρίχνανε τους καταδικασμένους σε θάνατο. 
Γυρνοβολάει στη γειτονιά του Κεραμικού, τρέχει για όλους και για όλα,. Επάνω σε ένα κομμάτι από κεραμίδι, καίει λιβάνια να ξορκίσει τον θάνατο που σκορπίζουν οι πολιορκίες των Σπαρτιατών καθώς ρημάζουν όλη την ύπαιθρο της Αττικής στραγγαλίζοντας την πόλη μέσα στα μακρά τείχη που προστάτευαν τους γύρω πληθυσμούς απ’ το χαμό. 
Ετούτη η μεγάλη συγκέντρωση πολιτών στο άστυ με πρόχειρα, πνιγηρά παραπήγματα, με την έλλειψη νερού, τροφής και βασικής ιατρικής φροντίδας επέτρεψε στον λοιμό να εξαπλωθεί διαλύοντας την πόλη. Οι νεκροί ρίχνονταν σε ομαδικούς τάφους, ημιθανείς σέρνονταν αβοήθητοι στους δρόμους. Η συμφορά έκανε τους ανθρώπους να χάσουν την πίστη τους. Μέσα στην απόγνωση τους, κατασκήνωναν στα ιερά μέρη, μέχρι που γέμισαν κι αυτά με πτώματα. Μέσα στον πανικό καταργήθηκαν όλα τα έθιμα για τις ταφές. 


Η Γριά Αρετή, λιτάνευε για τον λοιμό που τρία χρόνια τώρα, από το 430 που ξέσπασε αποδεκάτιζε αδιακρίτως τάξης, τους Αθηναίους. 
Εκείνο το καταραμένο καλοκαίρι του 429, από την ημέρα που πέθαναν τα τέκνα του Περικλή -ο Ξάνθιππος κι ο Πάραλος- και μέρες αργότερα και ο ίδιος- πήγαινε κάθε μέρα κάτω από το άγαλμα της Αθηνάς που υψωνόταν στο βράχο πολύ πάνω από την πόλη, στεκόταν μπροστά του κι αναφωνούσε με φλογερή ελπίδα. 
«Αθάνατη δόξα, στην πόλη μας Αθήνα. Αθάνατη και του Περικλή η δόξα στους αιώνες.» 
Πλάι στο χαμόσπιτο της ζούσε μια οικογένεια μέτοικων με τρία παιδιά, δύο αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο πατέρας δούλευε το βαρύ επάγγελμα της εξόρυξης αργίλου στο μεγαλύτερο κεραμοποιείο, λίγο έξω από το λιμάνι Μουνιχία. 
Ήταν οι μόνοι άνθρωποι που δεν την απέφευγαν· και αρκετές φορές την φίλευαν απ’ το υστέρημά τους. Συχνά πυκνά κάποια βράδια, το κορίτσι τους, η Μύρτιδα, την συντρόφευε μαθαίνοντας γιατροσόφια και ακούγοντας ιστορίες για πολέμους και ανδραγαθίες ηρώων. 
«Ούτε το ποτάμι στης Στυγός δεν χωράει τόσα πτώματα», ακούστηκε το μουρμουρητό της, όταν η Μύρτιδα τράβηξε το βαρύ υφασμάτινο παραπέτασμα και βρέθηκε μπροστά της. 
«Καλώς την κόρη μου… έλα μικρό μου κάθισε… κι έχω πολλά να σου πω κι άλλα τόσα να σου δώσω.» 


Η Μύρτιδα στεκόταν ασάλευτη να την κοιτάζει έχοντας γραμμένη στο πρόσωπο της μια χροιά έντονου φόβου. Το μπαλωμένο κουρέλι που κάλυπτε το κορμί της είχε δυο μεγάλους λεκέδες αίμα χαμηλά στο μέρος της κοιλιάς. Με τα χέρια της σταυρωμένα προσπαθούσε να τους κρύψει. 
Η Γριά, πήρε στα χέρια της τον λύχνο κι ανακάθισε φέρνοντας το πρόσωπό της πιο σιμά στο σώμα της μικρής. Η τρεμάμενη φλογίτσα απλώθηκε δειλά στο λιανό κορμάκι. Με εξονυχιστικό ενδιαφέρον την περιεργάστηκε από πάνω μέχρι κάτω. Το αετίσιο βλέμμα της κατέληξε να χωθεί βαθιά στα χαμηλωμένα μάτια της. 
«Τι μου κρύβει, το μικρό μου και είναι φοβισμένο; Τι βασανίζει το γέλιο σου και σκυθρώπιασες;» τη ρωτάει όσο με το άλλο της χέρι ψάχνει μέσα στο γλιτσιασμένο ταγάρι της. 
«Γιαγιά, Αρετή…» 
«…Την αλήθεια να μου πεις, αν θέλεις να σου δώσω κάτι που θα γλυκάνει τη γλώσσα σου.» 
«Ήμουνα με την φίλη μου την Ελπινίκη στην Πνύκα όταν φέρανε πολλούς σκοτωμένους στρατιώτες, ένας από αυτούς ήταν ο Πολίτης, ο πατέρας της. Όταν τον είδε έπεσε επάνω του ουρλιάζοντας και τον αγκάλιασε. Όταν μετά από λίγο την τραβήξανε, είχε γεμίσει το πρόσωπο της αίματα. Στο δρόμο για το σπίτι τής το έπλυνα σε μια κρήνη και το σκούπισα με τη χλαμύδα μου.» 
Η Γριά, έβγαλε το χέρι της από το ταγάρι κι έδωσε ένα χλωρό μισολιωμένο σύκο στην Μύρτιδα. 
«Έλα μικρό μου, πάρε να γλυκαθείς· κι εγώ θα σου πλύνω το ρούχο από τα αίματα… είσαι καλό κορίτσι, αλλά αυτό να μην το ξανακάνεις… να μην πλησιάζεις τους ανθρώπους να μη σε βρει ο λοιμός και σε χαλάσει.» τσίριξε με αυστηρότητα. 


Δεν είχαν περάσει δυο μέρες και η μητέρα της Μύρτιδας έτρεξε σαν αλλοπαρμένη προς τη γριά όταν την είδε να ξεπροβάλει στο μικρό μονοπάτι μέσα από τον ελαιώνα. 
Την άρπαξε από το μανίκι και τραβώντας τη τής φώναξε με τρόμο κοφτές λέξεις που ταυτόχρονα φανέρωναν και μιαν ανυπόκριτη ευγνωμοσύνη. 
«Η Μύρτιδα, γριά… το κορίτσι μου.» 
Στο έμπα του παραπήγματος ένιωσε το θανατερό αγιάζι της απραξίας να παγώνει την ψυχή της. Στο πλάι στέκονταν τα αδέλφια της, δυο μικρότερα αγόρια. Η γριά, αγριεμένα, πρόσταξε να φύγουν από εκεί για να γλιτώσουν τις ζωές τους. Γονάτισε μπροστά στη μικρή που ήταν ξαπλωμένη κατάχαμα. 
«Μη σκιάζεσαι μικρή μου, θα σε κάμω καλά εγώ… τόσοι γλιτώσανε από τα χέρια μου…» 
Έβγαλε από το ταγάρι της ένα ζωγραφισμένο αγγείο και με περίσσια προσοχή, ψέλνοντας μια προσευχή, έσταξε μερικές γαλαζόχρυσες σταγόνες μέσα στο πήλινο κύπελο, πρόσθεσε λίγο νερό και βόηθησε το κορίτσι ανασηκώνοντας το κεφάλι του να το πιει. 
«Πιες το όλο, είναι λάδι από φύλλα ελιάς και ρίγανης… πάω να φτιάξω κι άλλο γιατρικό να πιεις μερικές μέρες και να γίνεις καλά.» 
Πριν φύγει για την καλύβα της, έσταξε και μερικές σταγόνες στο μέτωπο και τα χείλια της. 
Τρία μερόνυχτα έκανε το ίδιο η γριά. Έμεινε άγρυπνη πάνω απ’ το προσκέφαλο της Μύρτιδας. Ήταν η πρώτη φορά που δεν περνοδιάβηκε τις ρούγες στην πόλη. Και η πρώτη φορά που δεήθηκε στη θεά Αθηνά με πολύ πίστη και σθένος. 
Το τρίτο βράδυ η υγεία της μικρής επιδεινώθηκε. Η Γριά σκέφτηκε πως έπρεπε να ταΐσει καλά την άρρωστη για να δυναμώσει· και δίχως να χάσει καιρό κουβάλησε βιαστικά τα χοντρά μέλη της στην αγορά. 
Πέντε οβολούς πλήρωσε για ένα βάζο μέλι, ένα κομμάτι κρέας, λίγο τυρί κι ένα καρβέλι ψωμί. 
Μαζί με τη μικρή φάγανε και τα δυο μικρά αγόρια, αλλά μόνο αυτά χόρτασαν. Η Μύρτιδα, τις επόμενες ώρες, πνίγηκε στο έμεσμα. 
Ούτε οι φήμες πως οι Σπαρτιάτες πολιορκούν σθεναρά τα μακρά τείχη, δεν απέσπασαν την προσοχή της Γριάς ώστε να κάνει -όπως συνήθιζε- δέηση στη θεά Αθηνά να προστατέψει το λαό και την πόλη από τους εχθρούς. 
Καθόταν σιμά στο προσκέφαλο της μικρής κι όλο της χάιδευε το μέτωπο. Άλλοτε, της έτριβε τα χέρια και τα πόδια να την ανακουφίσει. Όση φροντίδα και αγάπη κι αν της πρόσφερε, η μικρή συνέχισε να ψήνεται στον πυρετό και το πρόσωπο της να γίνεται χάλκινο, όμοιο με το χρώμα του φεγγαριού. Το ήξερε αυτό το θανατερό χρώμα, που μόνο τα αθάνατα νερά της Στυγός θα μπορούσαν να σβήσουν. 


«Να πάω εγώ στον κάτω κόσμο, μικρή μου, να γλιτώσεις, να ζήσεις και να χαρείς τη ζωή όσο δύσκολη κι αν είναι», ψέλλιζε σαν να παρακαλούσε τον Άδη να της αλλάξει τη σειρά. 
Έσπαγε η αμφιλύκη, όταν ένιωσε η γριά ένα τρυφερό άγγιγμά από το απαλό χέρι της κοπέλας. Κάποιες κουβέντες τρέμανε επάνω στα στεγνά χείλια της. Η γριά έσκυψε να ακούσει. 
«Μάνα… είσαι η μάνα μου.» ψέλλισε κι άλλη ανάσα δεν υπήρξε. 
Ο γοερός λυγμός της Γριάς απλώθηκε μαζί με την πρώτη αχτίδα που έπεφτε στο χώμα. 
Η μητέρα της μικρής που κοιμόταν με τα αγόρια έξω απ’ το παράπηγμα τινάχτηκε απότομα σαν κάποιο χέρι να την είχε σπρώξει με δύναμη. 


Ανασηκώθηκε. Αφουγκράστηκε. Ένα απόκοσμο χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπο της. Αλαφροΐσκιωτη φιγούρα το κορμί της άρχισε να κινείται μπρος πίσω. Η βαριά σιωπή που ακολούθησε, έσπασε ξάφνου από τη σαλεμένη φωνή της. 
«Μύρτις… Μύρτις, μα που χάθηκε πάλι αυτό το κορίτσι; Πάλι στην Πνύκα θα τριγυρνάει να παρακολουθεί κάποια ορκωμοσία νεοσυλλέκτων. Αγόρι έπρεπε να γεννηθεί τόσο πολύ που της αρέσουν τα όπλα και οι οπλίτες. Καλόδεχτο θεά μου, Ήρα βασίλισσα του ουρανού, το δώρο σου να νιώσω μάνα, μα με τούτο το ατίθασο πλάσμα, όλο σε μπελάδες με βάζει και δεν βρίσκω ησυχία μαζί του. 



Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2019

ΗΧΩ 
της Άρτας, 

συνέντευξη μου στον Ελπιδοφόρο Ιντζέπελη. 


Με βαφτίσανε Δημήτρη, με επώνυμο, Βαρβαρήγο. Η ιστορία μου ξεκινάει κάτω από την Ακρόπολη, στο Θησείο, με βαθιά καταγωγή τη Φλωρεντία. Παππούδες πλούσιοι με τη μισή Αθήνα δική τους. Με τον πόλεμο τα χάνουνε όλα. Πατέρας και μάνα ξεκινάνε μέσα στην ανέχεια και την ορφάνια από το μηδέν να στήσουν από την αρχή τα όνειρά τους.
Μεγάλωσα φτωχικά, σε μια Αθήνα όμορφη και ρομαντική που δεν είχε καμία σχέση με αυτήν που κακομεταχειριζόμαστε σήμερα ανελλιπώς. Μεγάλωνα φτωχικά, αλλά χωρίς να μου λείπει τίποτα. Μοναχογιός, γαλουχήθηκα ως έκφραση με την άνεση μιας αρχοντικής συμπεριφοράς. 



Γεννήθηκα στην Αθήνα του 51, αλλά μόλις που πλησιάζω τα 42 μου χρόνια γιατί μόλις πριν από 42 χρόνια αφοσιώθηκα στο γράψιμο και άλλαξα ζωή. Έτσι αθόρυβα ως είθισται να συμβαίνουν τα όμορφα πράγματα, ακολούθησα τη λογοτεχνία, γράφοντας μυθιστορήματα - θεατρικά έργα κι ενίοτε ποιήματα.
Τα όμορφα πράγματα συμβαίνουν αθόρυβα. Μεγάλωνα κι ένιωθα να με τραβούν οι τέχνες. Το αλλιώτικο και διαφορετικό άρχισε να φουντώνει μέσα μου όταν μπήκα στην εφηβεία. Πνίγηκα όταν μου αποκαλύφθηκε η ζωή, βρέθηκα σε έναν διαμορφωμένο κόσμο που έπρεπε κι εγώ να ακολουθήσω όλες τις επιρροές του: την εθνικότητα, την κοινωνική τάξη, τα γένη, τις παραδόσεις, τα ήθη , τα έθιμα, τις αντιλήψεις, τη γλώσσα, τη μόρφωση, τη τέχνη, τους κανόνες ηθικής, την προπαγάνδα, τις οικονομικές πιέσεις, τη τροφή που τρώμε, το κλίμα που ζούμε, την οικογένεια μας, τους φίλους, τις εμπειρίες μας και κάθε άλλη επιρροή που μπορούμε να σκεφτούμε. Άρα οι αντιδράσεις μου θα έπρεπε να είναι διαμορφωμένες μέσα σε αυτά τα όρια και δεν το άντεχα. Αισθανόμουνα δέσμιος ενός συστήματος που μου στερούσε την ελευθερία. Ήθελα να είμαι κοινωνικός, να είμαι τίμιος και πιστός αλλά όχι με το κόστος της υποτέλειας.


Ο άνθρωπος είναι αληθινά ελεύθερος όταν βρίσκεται έξω από αυτή την διαμορφωμένη ασφάλεια που του παρέχουν, όταν δεν αποδέχεται τη βεβαιότητα και την περιχαρακωμένη επιτυχία μέσα από ένα σύστημα.
Έξω από αυτά υπάρχει η ελευθερία. Κι όταν τη βρίσκεις όλα είναι πάντοτε καινούρια. Έτσι ξέσπασα στην καημένη τη λογοτεχνία καθώς η συγγραφή βιβλίων είναι έτσι κι αλλιώς μια ψυχική υπόθεση. Είναι ένα είδος εξορκισμού που θέλει να κατευνάσει τους προσωπικούς δαίμονες μας. Είναι η ελεύθερη έκφραση ενός εσωτερικού κόσμου. Για μένα είναι ένα κομμάτι ως ποσοστό ανάλογο της προσωπικής ελευθερίας μου, μακριά από τις πρακτικές των προκαταλήψεων, προλήψεων και συντηρητισμού.



Αμέσως συμμορφώθηκαν οι ακραίες απόψεις μου .Μειώθηκαν οι επιθυμίες μου, άνοιξε το μυαλό μου, γνώρισε η ψυχή μου μια άλλου είδους πληρότητα.
Απέκτησε μια άλλη υπόσταση περισσότερο αληθινή. Μου χάρισε την ικανότητα να βλέπω το σημαντικό και στο πιο ασήμαντο Έγινε για μένα στάση ζωής, έγινε μέσα μου τόπος δύναμης. 
Νομίζω δεν θα ζούσα σοβαρά αν δεν έγραφα.
Είχα αρχίσει το γράψιμο πολύ πιο μπροστά από την εμφάνιση του πρώτου μου βιβλίου γράφοντας θεατρικά. Ο λόγος που δεν τα εξέδιδα ήταν πως δεν ένιωθα την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται η δημοσιοποίηση και η έκθεση σκέψεων και απόψεων στο πλατύ αναγνωστικό κοινό. Εφησύχαζα με την άποψη, της ars gratia artis {τέχνη για τη τέχνη}. Νόμιζα πως έγραφα για μένα, να γεμίζω τη ψυχή μου και τίποτα άλλο, μου αρκούσε αυτό, νόμιζα. Αργότερα αυτός ο εστετισμός αναθεωρήθηκε και η συνέχεια του είναι στα 24 βιβλία που κυκλοφόρησαν και οκτώ θεατρικά έργα. Έργα ζωής η «Υπατία» που παρουσιάστηκε στη Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και οι «Λιπεσάνορες», που με επιτυχία ανέβηκε 2016-2017, θεατρική παράσταση στο θέατρο Βαφείο. Και τα δύο βιβλία είναι από τις εκδόσεις Ν.Σ. Μπατσιούλα.

Ευτυχώς δεν έπεσα έξω στην απόφαση μου να εκδοθώ, με δέχτηκε θετικά το αναγνωστικό κοινό, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα και μου δίνει το κουράγιο να συνεχίζω.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ
Να γιατί γράφω, λοιπόν;

• Γιατί είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος σαν όλους τους άλλους που αγωνιούν για το παρόν και το μέλλον κι εκφράζουν τις απόψεις και τις ανησυχίες τους μέσα από την τέχνη.
• Γιατί μου δίνει την ευκαιρία τις στιγμές του γραψίματος να κοιτάζω βαθιά μέσα μου!
• Γιατί με βγάζει από τη ρουτίνα μιας καθημερινότητας που θέλει σάρκα και αίμα για να τραφεί!
• Γιατί μου διώχνει την αυταρέσκεια και τη ματαιοδοξία καθώς όσα εγώ δημιουργώ, δεν τα κρατώ για μένα μόνο αλλά τα μοιράζομαι χωρίς ενδοιασμούς και υποκρισίες με τους Άλλους. Τους αναγνώστες! 
• Γιατί δεν μπορώ να γίνομαι ελκυστικός για τους άλλους προσφέροντας μόνο όσα τους ικανοποιούν! 
• Γιατί ίσως να πω μερικές λέξεις και για εκείνους που δεν μπορούν να μιλήσουν!
• Γιατί το να γράφεις είναι τόλμη, καθώς εκτίθεσαι δίνοντας τροφή σε κρίσεις κι επικρίσεις. Αδιαφορώ και για τις δύο!
• Γιατί έχω το θάρρος κι αναλαμβάνω το ρίσκο να πίσω τον αναγνώστη, πως εκεί που τον οδηγεί η φαντασία μου και η πλοκή είναι τα σωστά!
• Γιατί είναι ένας χρόνιος συμβιβασμός, μια απόλυτη συμμετοχή του πνεύματος στη τέχνη του λόγου!
• Γιατί σιχαίνομαι την πολιτική!




• Υπάρχουν πολλά γιατί, αλλά σταματάω εδώ γιατί ίσως ν’ αποδειχθούν ενοχικά και κάτι τέτοιο, ειλικρινά, δεν ισχύει. Αλλά τελικά, αν όλα αυτά τα "γιατί" είναι αμάρτημα, το κάνω γιατί μου αρέσει η αμαρτία.





Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2019


ΛΙΠΕΣΑΝΟΡΕΣ
τα χρόνια του φιδιού



Τα μοιραία λάθη της ζωής δεν οφείλονται μόνο σε παραλογισμούς γιατί μια παράλογη στιγμή μπορεί να είναι η ωραιότερη στιγμή της ζωής μας, 

Όταν διάβασα τη λέξη Λιπεσάνορες, ένιωσα να τρώω ένα δυνατό χαστούκι… πνίγηκα στη φαντασία και η έμπνευση παρουσιάστηκε ατόφια μέσα στο μυαλό μου 


Ήταν… Μια ασυγκράτητη στιγμή, όπως συμβαίνει με τον έρωτα, σατανική θα έλεγα, επιθυμία παράλογη χωρίς χρόνο, δίχως ύλη, μου άνοιγε μια πόρτα να φύγω μακριά από το σήμερα, σε ένα βαθύτερο εαυτό που αποτελούσε τμήμα της συγγραφικής μου ανάγκης, παρ’ όλο που μια φωνή αντίδρασης μου φώναζε: 

Καλά ρε Βαρβαρήγο δεν βρίσκεις μια πιο εύκολη ιστοριούλα πάθους που είναι και της μόδας … που πας να μπλέξεις πάλι με τόσες γυναίκες… πως θα τα βγάλεις πέρα… θα χαθείς από τον κόσμο, όπως και με την Υπατία… 5 χρόνια 

Ε, μπλέχτηκα, είπαμε σατανική η στιγμή… 


Λοιπόν Λιπεσάνορες σημαίνει οι γυναίκες που εγκαταλείπουν τους άντρες και είναι η ιστορία τους πολύ γνωστή. 

Είναι το έπος της Ιλιάδας αλλά γραμμένο όχι για τους ήρωες όπως συνήθως έχουν κατά κόρων γραφτεί βιβλία και αναλύσεις, αλλά για εκείνες τις γυναίκες που στάθηκαν πλάι σε αυτούς άνδρες. 


Η παροιμία είναι ξεκάθαρη πίσω από έναν μεγάλο άνδρα υπάρχει μια σπουδαία γυναίκα. 

Αυτό μου αρκούσε ως έρεισμα να ξεκινήσω το γράψιμο. Το οποίο ούτε λίγο ούτε πολύ κράτησε 5 χρόνια. Πλούσια η βιβλιογραφία χάθηκα μέσα της, βρήκα γεγονότα και πτυχές ιστορικές που σπάνια αναφέρονται και δύσκολα βρίσκονται στη βιβλιογραφία. 


Ήταν μια ευκαιρία να μιλήσω για εκείνες τις σημαντικές μορφές που η ζωή τους έγινε θρύλος; Που ακόμη και κάτω απ’ τη σκιά των αντρών τους έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της ανθρώπινης ιστορίας. 

Έγιναν δρόμοι ζεστοί που θα ακολουθούνται για πάντα από τις επόμενες γενιές. 



Ήταν ένας δρόμος που ακολούθησα μέσα από τις λέξεις καθώς οι έννοιές των ιστορικών γεγονότων γίνονται σύμβολα στους αιώνες και μας δείχνουν τους δρόμους του μέλλοντος. Κι εγώ συμφωνώ απολύ τως με αυτή την ορθή εκδοχή, γιατί μόνο όταν ένας λαός θυμάται την ιστορία του βαδίζει προς το μέλλον σίγουρος και δυνατός. 


Αυτή η σκέψη μου χάριζε την ελευθερία να λειτουργήσει η φαντασία μου. Να μπει σε δρόμους χαραγμένους και να δημιουργήσω από μια προαιώνια πηγή ακριβή στο χώρο και το χρόνο που είναι η Ιλιάδα, ένα δικό μου κείμενο αφιερωμένο όμως μόνο στις γυναίκες που έζησαν εκείνη τη φρικτή σύρραξη. 

Όπως οι πρόγονοι μας, οι αρχαίοι Έλληνες, πίστευαν ακράδαντα ότι ο Τρωικός πόλεμος ήταν πραγματικό γεγονός, το ίδιο είμαι κι εγώ πεπεισμένος με την άποψη τους. 

Αυτή ήταν και η αφορμή να ασχοληθώ με ένα τόσο γνωστό θέμα, αλλά με μια διαφορετικότητα απ’ τη συνηθισμένη ιστορική καταγραφή της Ιλιάδας του Ομήρου. 


Η ιδέα της σύλληψης να γράψω για 15 γυναίκες που ζήσανε τα δεινά ενός δεκαετούς πολέμου, ήταν για μένα ένα προσωπικό στοίχημα να καταφέρω αρχικά να τις γνωρίσω για να εισχωρήσω στον διαφορετικό προσωπικό και ψυχικό κόσμο τους, καθώς όσο κρατούσε το γράψιμο με έθετε ενώπιον της πάλης μεταξύ των δύο φύλλων όσο και στις ψυχικές και πνευματικές αντιθέσεις τους. 

Όσο έμπαινα βαθύτερα στη ψυχολογία αυτών των ηρωίδων τόσο γινόταν η αναφορά μου ένας φόρος τιμής γι’ αυτές, που σιωπηρά ακολουθούσαν μια ειμαρμένη προδιαγεγραμμένη από τους άντρες. 


Με ρομαντική διάθεση αναμείχθηκα συγγραφικά στην κλασική ελληνική ομορφιά ενός σπουδαίου έπους με αρχέγονες ρίζες, που αιώνες τώρα αναγεννιέται στην πατροπαράδοτη συνείδησή μας ως αναμνήσεις άλλων διαστάσεων, κουβαλώντας τη ψυχική υπόσταση των θρύλων του μακρινού, μα πάντα ζωντανού παρελθόντος μας. 


Κατά την πενταετή διάρκεια συγγραφής αυτού του πλούσιου ιστορικά αλλά εξ’ ίσου φανταστικού ταξιδιού κατάφερα να βρεθώ πλάι στη ζωή γυναικών βιώνοντας μέσα απ’ τις αισθήσεις τους, την τραγικότητα του παράλογου πολέμου. 

Οι αφηγήσεις εμφάνισαν γεγονότα που σχετίζονταν απόλυτα με τις ζωές τους και καθόρισαν τις πορείες τους, καθώς τα έζησαν κάτω απ’ τη σάρκα τους, και κύλησαν στο αίμα τους σαν ανάγκη να τα μεταδώσουν στις επόμενες γενιές. 

Τις συνάντησα ως Άυλες Σκιές στην αιωνιότητα. Εμφανίστηκαν μέσα απ’ τις ρωγμές του τρισκότεινου Άδη, και μου αφηγήθηκαν τις περιπέτειες τους με διαφορετικό προσωπικό ύφος η κάθε μία φανερώνοντας τα δεινά και τις συμφορές τους, τις ψυχικές αντοχές τους, τις εσωτερικές συγκρούσεις τους, τα παθήματα και προσωπικά πάθη τους. 


Πως ένιωσαν τη χαρά, τη λύπη, τον έρωτα, την αγάπη, τη συμβίωση, τη μητρότητα, την αντρική επιβουλή, τον πόλεμο, την προδοσία, τη σκλαβιά, το θάνατο. 

Μου μίλησαν για τους άντρες, τούς ήρωες, τη τόλμη, τη φιλία, την αξία των ιδανικών, τη γενναιότητα ν’ αγωνίζεται κανείς για την πατρίδα του ως το τέλος. 

Αφηγήθηκαν τον ηρωισμό της καθημερινής ζωής, την αξία της καρτερίας, τη νοσταλγία της ειρήνης, τις ευθύνες του ανθρώπου για τις πράξεις του, για τους υπερασπιστές του δικαίου. 


Δεν ξέρω να πω, πόσο μύθος, πόσο αντίθετος με τη σημερινή πραγματικότητα μπορεί να είναι ετούτος ο πόλεμος που ο απόηχος του θα συνεχίσει πάντα να σαγηνεύει τις σκέψεις μας. 

Όμως το σίγουρο είναι πως κρύβει τις ίδιες αλήθειες από αυτές που όλοι γνωρίζουμε και μας κυβερνάνε. 

Μίσος, συμφορά, πόνο, οδύνη, κακουχίες, δυστυχία, αφανισμός και μέσα απ’ όλα αυτά τα δεινά να ζωντανεύουν ιστορίες αγάπης και αυτοθυσίας. 

Εν ολίγης αυτό είναι το βιβλίο μοιάζει να έχει ένα θέμα τετριμμένο αλλά δεν είναι έτσι οι 15 αφηγηματικοί μονόλογοι είναι διαφορετικοί και μέσα από τον κάθε περνούν σε σειρά όλα τα γεγονότα του πολέμου φτάνοντας στον επίλογος της Εκάβης να ολοκληρωθεί το έπος. 











Υπατία 
Δημήτρης Βαρβαρήγος 
εκδόσεις νσ Μπατσιούλας


Όταν έγραφα για τη συγκλονιστική ιστορία της Υπατίας, δεν φανταζόμουνα τι θα επακολουθούσε στο δικό μου ψυχικό κόσμο.

Έξι ολόκληρα χρόνια κράτησε η συγγραφή μέχρι να ολοκληρωθεί αυτό το έργο το οποίο θεωρώ πολύ σημαντικό ως συγγραφέας του.

Υπήρξαν στιγμές που ζωντάνευε μέσα μου το πνεύμα της. Με κυρίευε η προσωπικότητα της και μέσω των γνώσεων της οδηγούσε το χέρι μου να γεμίζει τις σελίδες με τη δράση της.

Όπως τότε που υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες γυναικείες μορφές και δίδασκε όπου μπορούσε στο πανεπιστήμιο, στη βιβλιοθήκη, στους δρόμους μαθηματικά, αστρονομία και πλατωνική φιλοσοφία, δίδαξε και σε μένα τον αρχαίο ελληνικό ιδεαλισμό με τις αμέτρητες Αρετές του.

Υπήρξαν φορές που η παρουσία της από άυλο πνεύμα, έπαιρνε σάρκα κι οστά και νύχτες ολόκληρες ψιθυρίζαμε για τη ζωή της, φιλοσοφούσαμε με μια μεταφυσική αίσθηση που πλούτιζε το συναισθηματικό μου κόσμο και μεγάλωνε ανάμεσα μας ένα είδος άρρηκτης σχέσης σαν αυτό που οι άνθρωποι μεταξύ μας ονομάζουμε, πίστη.


Ήταν δύσκολο το εγχείρημα, αλλά όσο περισσότερο συνυπήρχαμε τόσο πιο πολύ μου έδινε δύναμη να συνεχίσω και να τελειώσω το βιβλίο. Μιλούσαμε για τις σχέσεις των ανθρώπων, για τις πράξεις τους, για τη δογματική θρησκευτικότητα τους και τη τυφλή υποταγή ορισμένων σε αυτή τη ιδιοτέλεια που την αισθάνονται ως πίστη ορθή.

Μέρα τη μέρα το δέσιμο μου μαζί της γινόταν όλο και πιο δυνατό, όλο και πιο βαθύ. Γι αυτό τώρα νιώθω πολύ οικεία στην αναφορά του ονόματος της και με κάνει να αισθάνομαι ακόμη περισσότερο, πως αυτό το βιβλίο είναι για μένα ένα αληθινό έργο ζωής.

Μέχρι που φτάνει η στιγμή το ταξίδι στο παρελθόν να τελειώσει με το θάνατο της.

Και εκδίδεται το βιβλίο κι επανεκδίδεται επτά φορές σε δύο χρόνια και ταξιδεύει στα μυαλά των ανθρώπων, μέχρι εκείνη, η Υπατία, να βρεθεί πάλι στα μέρη που έζησε και έδρασε, στην πόλη του δικού μας Αλέξανδρου, την μετέπειτα δική της πόλη κι αργότερα του δικού μας πάλι Καβάφη, την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. 


Καλεσμένο από το ίδρυμα ελληνικού πολιτισμού, το βιβλίο παρουσιάστηκε μέσα στην Αλεξανδρινή βιβλιοθήκη, στο ναό του παγκόσμιου πνεύματος, μέσα στον ίδιο χώρο ζωντάνεψε πάλι η οντότητα της που πριν 16 αιώνες δίδασκε σκορπώντας με τις γνώσεις της το φως.

Τώρα το τι είναι για μένα η Υπατία, σας εκμυστηρεύομαι με σιγουριά πως είναι ένα υπαρκτό κομμάτι της ζωής μου καθώς όπως γράφτηκε στον τύπο, συμπληρώνει ένα κενό όσον αφορά την ιστορία, στην Ελληνική λογοτεχνία.

Γι αυτό το λόγο, δεν μπορώ να τη δέχομαι πλέον σαν μια απόμακρη γυναίκα σαν μια απλή ηρωίδα κάποιου βιβλίου μου, αλλά σαν ένα κοντινά υπαρκτό, αγαπημένο μου πρόσωπο.

Λιπεσάνορες
Τα χρόνια του φιδιού



Πέντε χρόνια μαζί τους όταν τις έγραφα και ήδη πέρασαν πέντε κυκλοφορίας του βιβλίου.

Ο καθένας μας έχει μια ιστορία να διηγηθεί… έχει μνήμες από τα παιδικά του χρόνια, εμπειρίες από το πέρασμα του στη ζωή με όλα όσα προσφέρει, γνώσεις, βιώματα, επιτυχίες, αποτυχίες, έρωτες αγάπες και ελλείψεις… μια από τις δικές μου εμπειρίες η πιο σοβαρή ήταν όταν βρέθηκαν μπλεγμένος μέσα σε έναν πόλεμο που όταν μπλέχτηκα δεν μπορούσα να ξεφύγω… αν την κοπανούσα, θα με κατηγορούσαν για λιποτάκτη, έτσι έμεινα μέσα στον όλεθρο να ζήσω τη συμφορές του πολέμου. 



Πέντε χρόνια έζησα εκείνες τις μάχες, γνώρισα τους πιο τρανούς ήρωες ΄, έκλαψα, πλάνταξα στο χαμό τους… Γνώρισα και τις πιο σπουδαίες γυναίκες που βίωσαν όλο αυτό το τρόμο στο πετσί τους. Γνωρίστηκα καλά μαζί τους… μου έδειξαν εμπιστοσύνη και μου άνοιξαν τις καρδιές τους… τις συμπάθησα όλες, πονεμένες ψυχές είχαν με όσα βίωναν, έχαναν παιδιά, άντρες αδέλφια και πατεράδες… μένανε μόνες να αντέξουν τη σκλαβιά και την επιβουλή των εχθρών τους… κάποιες κατάφεραν να γλιτώσουν πεθαίνοντας, κάποιες άλλες άτυχες ζήσανε τη σκλαβιά υπηρετώντας το μίσος… που είχαν μέσα τους για τους δεσμώτες τους.
Τα έβλεπα όλα αυτά, έπασχα αλλά δεν μπορούσα να βοηθήσω… μια φορά που πήγα να τα βάλω με τον Αχιλλέα, μου χάλασε ο εκτυπωτής… άλλη μια φορά που έβρισα τον Αγαμέμνονα για τον εγωισμό του, με έπιασε ίλιγγος.



Μόνο με τις γυναίκες κατάφερνα να συνδιαλέγομαι και να μαθαίνω τα πάντα, με όσα γίνονταν στα ιδιαίτερα δωμάτια των ψυχών τους.
Τις αγάπησα όλες και συμπορεύτηκα αυτά τα πέντε χρόνια σε κάθε τους ευτυχία δυστυχία ή πάθημα. Τις υποστήριξα σε μεγάλο βαθμό τόσο που οι άντρες με κατηγόρησαν ότι με σέρνουν από τις εσθήτες τους… γέλασα… ρε τους φώναξα… τι πάει να πει είναι γυναίκες… άνθρωποι είναι και μάλιστα με μεγάλη αξία… μας γεννούν, μας φροντίζουν, μας μαθαίνουν, μας ερωτεύονται, μας παντρεύονται, μας κάνουν παιδιά, μας κλαίνε όταν πεθαίνουμε, φροντίζουν τη γη που μας σκεπάζει μέχρι που μας ακολουθούν στο χώμα…
Οι άντρες επαναστάτησαν με όσα τους είπα… Α, εσύ δεν πας καλά μου φωνάξανε… αφήστε τον αυτόν να κρύβεται κάτω από τα ρούχα τους και πάμε εμείς να συνεχίσουμε τις αμάχες μας.
Κι εκείνες δάκρυζαν που ήξεραν ότι ήταν η τελευταία φορά που τους έβλεπαν
Κάπως έτσι ενστερνίστηκαν τον τίτλο όπως τις αποκάλεσε ο παππούς τους, ο Όμηρος, με μια όμορφη λέξη που για τις γυναίκες που θα λείπουν στους άντρες… για τις γυναίκες που εγκαταλείπουν τους άντρες κι ας είναι παρούσες στις ζωές τους… 
Λιπεσάνορες.